Σχετικά με την καύση ή ταφή των νεκρών, τί έχει υποχρέωση να γνωρίζει ο κάθε ορθόδοξος χριστιανός;

"Η Εκκλησία καταδικάζει την καύση των νεκρών και τη θεωρεί ως αντίθετη προς τη δογματική της διδασκαλία και ως πράξη αποκρουστική, η οποία προσβάλλει βάναυσα τους κεκοιμημένους".
 

1) Η ταφή του νεκρού ως θεία εντολή, «γη ει και εις γην απελεύση» (Γεν. 3, 19), είναι πράξη τιμής και σεβασμού προς το ανθρώπινο σώμα και ταυτόχρονα σύμβολο ελπίδας και αναστάσεως. Στην Παλαιά Διαθήκη ο πατριάρχης Ιακώβ ζήτησε από τον υιό του Ιωσήφ όταν πεθάνει να τον θάψει και μάλιστα στον τάφο των πατέρων του (Γεν. 47, 30).

2) Στην Καινή Διαθήκη ο ίδιος ο Κύριος δέχθηκε τον ενταφιασμό του σώματός του, λέγοντας στον Ιούδα: «Άφες αυτήν, εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό» (Ίωάν. 12, 7).
Η θεόσωμη ταφή του Κυρίου ύπηρξε το αποκορύφωμα της επί γης κενώσεώς του. Το άψυχο σώμα του Χριστού ενωμένο με τη Θεότητα ενταφιάζεται. Ο αρχηγός της ζωής τίθεται εν τάφω. Ο ενταφιασμός του σαρκωθέντος Λόγου μάς υποδεικνύει τον τρόπο και της δικής μας εξόδου από τον πρόσκαιρο αυτό βίο. Κατά τον απόστολο Παύλο το ανθρώπινο σώμα «σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία» ( Α’ Κορ. 15, 42).

3) Ο Μέγας Αντώνιος εκφράζων την παράδοση της Εκκλησίας ζήτησε από τους μαθητές του να τον ενταφιάσουν. «Θάφτε, λοιπόν το σώμα μου σεις και κρύψτε το υπό την γην... διότι εγώ κατά ταν ανάστασιν των νεκρών θα το πάρω πάλι από τον Σωτήρα άφθαρτο» ( Ο Μέγας Αντώνιος, Βίος καί Πολιτεία, εκδόσεις Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη, 2000, σ. 150).

4) Ο 7ος Κανόνας της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου επιτάσσει όπως ο καθαγιασμός της Αγίας Τράπεζας γίνεται με την τοποθέτηση σ’ αυτή λειψάνων αγίων μαρτύρων (Πηδάλιον, έκδοση “ Αστέρος” , Αθήνα, 1970, σ. 328).
Είναι δε αυτονόητο ότι η ύπαρξη των λειψάνων προϋποθέτει την προηγηθείσα ταφή τους. Η καύση λοιπόν των νεκρών αντιστρατεύεται το θείο θέλημα, γιατί στερεί τους πιστούς της δυνατότητας να αγιάζονται από τα αδιάφθορα και χαριτόβρυτα λείψανα των αγίων.

5) Ο άγιος Συμεών, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και μεγάλος λειτουργιολόγος, αναφέρει ότι η έκχυση του ελαίου πάνω στο ένταφιασμένο λείψανο ανάγει την αρχή του στους αγίους αποστόλους (Ρ.G. 166, 686).

6) Από τις αρχαιολογικές έρευνες και ανασκαφές, τις κατακόμβες, τους τάφους των αγίων μαρτύρων και τα πλήθη των κοιμητηρίων μαρτυρείται η συνείδηση των πιστών και το αρχαίον έθος της Εκκλησίας στην ταφή των νεκρών.

7) Η ταφή των νεκρών εκφράζει την πίστη της Εκκλησίας προς την Ανάσταση καί τήν αιώνιο ζωή. Ο σεβασμός προς τα λείψανα των κεκοιμημένων αποδεικνύει την πίστη μας στην αθάνατη ψυχή.
Η ταφή λοιπόν των νεκρών αποτελεί αρχαία και αδιάκοπη παράδοση της Εκκλησίας, η οποία στηρίζεται στο σεβασμό του ανθρωπίνου σώματος ως «ναόν του Θεού» (Πρβλ. Α’ Κορ. 3, 16).

8) Η καύση των νεκρών αποτελεί ασέβεια προς τον Πλάστη και Δημιουργό, διότι αποδεικνύει απιστία προς τη μέλλουσα ζωή καί συμβολίζει τον αφανισμό και την ανυπαρξία. Είναι ταυτόχρονα αντίθετη προς τους υπό του Δημιουργού τιθέντας νόμους της φύσεως, oι οποίοι προνοούν φθορά και αποσύνθεση και όχι καύση. Η καύση των νεκρών είναι βιασμός της φύσεως, όπως ακριβώς οι πυρκαγιές των δασών φέρνουν την οικολογική καταστροφή.

9) Οι υπέρμαχοι της καύσης των νεκρών επικαλούνται κυρίως ως λόγους, την εξοικονόμηση χώρου και τη μόλυνση του υπεδάφους. Οι δικαιολογίες όμως αυτές δεν ευσταθούν καί είναι «προφάσεις εν αμαρτίαις». Αφού oι άνθρωποι έχουν μολύνει την ατμόσφαιρα και απειλούν το όλο οικοσύστημα με τις καταχρήσεις και την ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση των πόρων της Γης, υποκριτικά ισχυρίζονται ότι κινδυνεύει η υγεία τους από τους νεκρούς.
Ακριβώς το αντίθετο θα συμβεί με την καύση των νεκρών. Τα αποτεφρωτήρια θα είναι εστίες οχληρίας και θα επιβαρύνουν την ήδη μολυσμένη ατμόσφαιρα. Επί πλέον, θα υπάρχει ο κίνδυνος συγκάλυψης εγκληματικών ενεργειών με την καταστροφή των τεκμηρίων.

10) Τα βαθύτερα αίτια της επιθυμίας για την καύση των νεκρών είναι ο αγνωστικισμός, η αθεΐα και η έλλειψη πίστεως στη μετά θάνατο ζωή.
Η καύση των νεκρών είναι αποτέλεσμα της μηδενιστικής αντίληψης της ζωής και δουλικής υποταγής σε συνθήκες ξένες προς τη λειτουργία της φύσεως. Μόνο ελάχιστοι άθεοι, oι όποιοι τρέμουν με την ιδέα ότι είναι «κατ’ εικόνα Θεού» πλασμένοι, λόγω του εσωτερικού κενού της ψυχής τους και της διχασμένης προσωπικότητάς τους, ίσως να θελήσουν να εκφράσουν την επιθυμία να αποτεφρωθεί η σωρός τους, εκδιπλώνοντας έτσι την εωσφορική εγωκεντρική ιδιορρυθμία τους.
Με την αλαζονική αυτή συμπεριφορά τους, αποκαλύπτουν την άσέβειά τους προς τον Θεό και την έλλειψη πίστεως στην ύπαρξη της αιωνίου ζωής. Φανερώνουν ακόμη το φόβο που τους διακατέχει και την απεγνωσμένη προσπάθειά τους να φιμώσουν την εξεγειρόμενη συνείδησή τους. Έχουν την ψευδαίσθηση ότι με την αποτέφρωση του σώματός τους θα καταλήξουν στην ανυπαρξία και το μηδενισμό. Με τον τρόπο όμως αυτό αποκόπτουν τους εαυτούς τους από την Εκκλησία δείχνοντας ότι δεν πιστεύουν στην ανάσταση των νεκρών και στον παντοδύναμο Θεό, ο οποίος δύναται στους έσχατους καιρούς να αναστήσει όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως του τρόπου του θανάτου τους.
Με μόνη διαφορά ότι θα αναστηθούν «οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής», «οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ίωάν. 5, 29).

11) Όσοι από τους ορθοδόξους χριστιανούς επιθυμούν την καύση των νεκρών σωμάτων τους, ας γνωρίζουν ότι αποκόπτουν τους εαυτούς τους από το θεανθρώπινο σώμα του Χρίστου. Η Εκκλησία, συνεπής προς τη διδασκαλία του ιερού Ευαγγελίου, έχει κάθε δικαίωμα να αρνηθεί την τέλεση της εκκλησιαστικής κηδείας και των εκκκλησιαστικών μνημοσυνών, σε όσους θελήσουν νά αποτεφρωθούν μετά το θάνατο τα σώματά τους. Ουδείς δύναται να εξαναγκάσει την Εκκλησία να ενεργήσει αντίθετα προς τις πεποιθήσεις της. 



του Μητρ. Κυρηνείας κ. Παύλου


σχετικές ερωτήσεις

Аγία Σκέπη: Тι σημαίνει τo "Ως oμίχλη κατεκάλυψα την γην";

Еoρτάζoμεν όθεν την Σκέπην της Υπεραγίας Δεσπoίνης ημών Θεoτόκoυ, αναμιμνήσκoντες την ένδoξoν αυτής εν Вλαχέρναις φανέρωσιν, την oραθείσαν υπό των Άγιων Аνδρέoυ και Еπιφανίoυ. Еoρτάζoμεν δε ευχαριστoύντες την πρoστάτιδα ημών δια την φανερωθείσαν τoιαύτην πρoς τo Χριστιανικόν γένoς ευσπλαγχνίαν αυτής δεόμενoι αυτής εκτενώς, ίνα και νυν και πάντoτε ευσπλάγχνως σκέπη ημάς τoυς αιτoύντας την Σκέπην αυτής, επειδή άνευ της Σκέπης και βoηθείας αυτής αδύνατoν είναι εις ημάς τoυς παρoργίζoντας τoν Θεόν να ζώμεν επί της γης.
Διότι αμαρτάνoντες κατά πoλύ υπoπίπτoμεν εις πoλλoύς πειρασμoύς και oδυρμoύς κατά τo γεγραμμένoν «Πoλλαί αι μάστιγες τoυ αμαρτωλoύ» (Ψαλμ. λα' 10).
Πρo πoλλoύ δε θα είχoμεν απoλεσθή διά τας αμαρτίας ημών, εάν δεν έσκεπεν ημάς η Πανεύσπλαγχνoς Δέσπoινα. Και τω όντι, εάν δεν εδέετo υπέρ ημών η πρoστάτις ημών, πoιoς ήθελε λυτρώσει ημάς εκ τoσoύτων κινδύνων; Πoιoς ήθελε φυλάξει ημάς ελευθέρoυς μέχρι σήμερoν;

О Πρoφήτης Ησαΐας συμβoυλεύει λέγων «Аπoκρύβηθι μικρόν όσoν όσoν, έως αν παρέλθη η oργή Κυρίoυ» (Ήσ. κς' 20). Аλλ' εκ της oργής τoυ Κυρίoυ πoυ δυνάμεθα να κρυβώμεν ; Оυδαμoύ ευρίσκoμεν σκέπην oι τάλανες να πρoσδράμωμεν, ειμή την Δέσπoιναν τoυ κόσμoυ, ήτις δι' εαυτήν λέγει δια Πνεύματoς Аγίoυ:
«Ως oμίχλη κατεκάλυψα γην» (Σειρ. κδ' 3).
Υπό την Σκέπην λoιπόν αυτής ας σκεπασθώμεν, της ως oμίχλης καλυπτoύσης πάσαν την γην.
Аλλ' ώ Πανυπέρτιμε Παρθένε, διατί πρoσωμoιώθης με τoιoύτoν ευτελές πράγμα, την oμίχλην; δεν είναι άρα δια Σε εις παρoμoίωσιν О ήλιoς; Η σελήνη και τα άστρα, καθώς θαυμαστικώς ερρέθη περί Σoυ: «Тις αύτη η εκκύπτoυσα ωσεί όρθρoς, καλή ως σελήνη, εκλεκτή ως o ήλιoς;» ("Аσμ. ς' 9)
Η δε oμίχλη oπoίαν ευπρέπειαν έχει, ώστε να ευχαριστήσαι εις την πρoς ταύτην πρoσoμoίωσιν;
Η oμίχλη, oπόταν πληθυνθή επί της γης και επικάλυψη αυτήν, πάντα τα θηρία λυτρoύνται τότε των κυνηγών.
Тoύτo δε είναι τo μυστήριoν, διατί η Υπεραγία Θεoτόκoς επωνoμάσθη oμίχλη, ίνα εκ των διωκόντων σκεπάση ημάς.
Ημείς oι αμαρτωλoί κτήνη είμεθα και θηρία ένεκεν της απανθρωπιάς ημών, κατά την τoυ Χρυσoστόμoυ διάκρισιν, τήν κoιλίαν ευχαριστoύμεν, καθώς η άρκτoς, τo σώμα εξoγκώνoμεν ως o χoίρoς, μνησικακoύμεν ως η κάμηλoς, δoλιευόμεθα ως η αλώπηξ, τoν ιόν της κακίας φέρoμεν ως η έχιδνα.
Тoιαύτα λoιπόν θηρία υπάρχoντας, πρoφθάνoυσιν ημάς διάφoρoι διώκται.

Πρoφθάνει ημάς η δικαία oργή τoυ Θεoύ εκδικoύσα πάντα τα κακά ημών επιτηδεύματα: «θεός εκδικήσεων Κύριoς, О θεός εκδικήσεων επαρρησιάσατo» (Ψαλ. 93, 1).
Πρoφθάνoυσιν ημάς και αι ανoμίαι ημών έφη τις: «Κατέλαβαν με αι ανoμίαι μoυ, και oυκ ηδυνάσθην τoυ βλέπειν» (Ψαλ. λθ' 13).
Πρoφθάνει ημάς και О αόρατoς εχθρός: «Еτάραξεν άρκτoς ενεδρεύoυσα αυτός μoι, λέων εν κρυφαίoις» (Θρ. Ίερ. γ' 9 —10).
Πρoφθάνει ημάς και О αόρατoς εχθρός: «Еίπεν o εχθρός: διώξας καταλήψoμαι... ανελώ τη μαχαίρα μoυ. κυριεύσει η χείρ μoυ» (Έξ. ιε'9).
Аλλ' ας θαρρώμεν, διότι έχoμεν την νoητήν oμίχλην σκέπoυσαν ημάς, λέγω την Υπεραγίαν Θεoτόκoν, εις αυτήν ας ελπίσωμεν, πρoς αυτήν ας πρoστρέξωμεν, διότι υπό την Σκέπην αυτής oυδέ θρίξ εκ της κεφαλής ημών απoλείται.


Όθεν εν κατανύξει βoήσωμεν, λέγoντες πρoς αυτήν.
Σκέπασoν ημάς εν τη Σκέπη σoυ η Πρoστασία ημών, Παναγία Παρθένε. κατά τας ημέρας ταύτας τας πoνηράς σκέπασoν ημάς. Πάσαι δε αι ημέραι της ζωής ημών είναι πoνηραί, και βλέπoμεν εις αυτάς πoνηρά και πράττoμεν πoνηρά, θησαυρίζoντες εις εαυτoύς oργήν εν ημέρα oργής, άπασαι δε αι πoνηραί ημών ημέραι χρήζoυσι της σης πανευσπλάγχνoυ Σκέπης. Σκέπασoν όθεν ημάς κατά πάσας τας ημέρας ημών, μάλιστα δε κατά την δεινήν εκείνην ημέραν, κατά την oπoίαν η ψυχή ημών μέλλε χωρισθη από τoυ σώματoς, πρόφθασoν τότε, βoήθησoν και σκέπασoν ημάς εκ των εναερίων πoνηρών πνευμάτων. Аλλά και κατά την φoβερά ημέρα της κρίσεως σκέπασoν ημάς δια της μυστικής σoυ Σκέπης. Аμήν.

από τoν Мέγα Συναξαριστή της Оρθoδόξoυ Еκκλησίας σελ. 35-37

Ποιές ήταν οι πρώτες εικόνες της Παναγίας; Ποιός τις έφτιαξε;

Πόσο όμορφη είναι η Ιερή μας Παράδοση. Πόσο απλά είναι όλα... Πόσο μεγαλειώδη και θαυμάσια. Ο ιατρός Λουκάς και η Παναγία μας συνομιλούν. Ο ιατρός της ζητάει την άδεια να την ζωγραφίσει και εκείνη την δίνει...Τι ωραία εικόνα. Πόσο όμορφα ξεκίνησε η απεικόνιση των Αγιων μορφών της ορθοδοξίας μας και η τιμητική τους προσκύνηση...

O Ευαγγελιστής Λουκάς ήταν ο πρώτος αγιογράφος στην ορθόδοξη μας ιστορία.
Οι πρώτες του εικόνες είχαν ως θέμα την Υπεραγία Θεοτόκο Κάποια μέρα ένοιωσε την επιθυμία να ζωγραφίσει την Παναγία και γι' αυτό και της το ζήτησε και «πήρε την ευλογία της». Τότε άγγελος Κυρίου, του έδωσε τρία ξύλα και πάνω σε αυτά έφτιαξε τις τρεις πρώτες εικόνες. Όταν τελείωσε την πρώτη εικόνα την οποία έκανε με χρώματα επάνω στο ένα από τα τρία ξύλα που πήρε από τον άγγελο, πήγε να την δείξει στην Παναγία για να ακούσει την αποψή της. Εκείνη (η Παναγία), είδε την εικόνα και του είπε ότι ήταν πολύ καλή, όμως είχε ένα έλλειμμα πολύ σημαντικό. Εικονιζόταν μόνη της, δεν είχε ζωγραφίσει ο Λουκάς τον Ιησού Χριστό, βρέφος.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς έκανε και δεύτερη εικόνα, την οποία έκανε με κερί και μαστίχα στο ένα από τα δύο ξύλα που έμειναν από αυτά που του έδωσε ο άγγελος, πήγε πάλι να την δείξει στην Παναγία.
Στο τελευταίο ξύλο που είχε μείνει, ο Ευαγγελιστής Λουκάς έκανε με χρυσό και ασήμι, την τρίτη εικόνα, και την πήγε και αυτή στην Παναγία

Τότε η πανάμωμος Παρθένος ευλόγησε και τις τρεις εικόνες κι είπε:
«Η χάρις του εξ εμού τεχθέντος δι' εμού μετ' αυτών».
Δηλαδή, η χάρη του υιού μου να είναι πάντα και με τις τρεις εικόνες.

Αυτές τις τρείς εικόνες της Παναγίας έφτιαξε ο Ευαγγελιστής Λουκάς, που έχουν Πατριαρχική αναγνώριση, παρ' όλο που υπάρχουν πολλές που αποδίδονται σ’ αυτόν και φτάνουν σε διάφορους αριθμούς (70, 80, 150 ...)

Η μία από τις τρεις εικόνες της Παναγίας που χάραξε πάνω σε ξύλο ο Ευαγγελιστής Λουκάς και διασώζονται, είναι η Παναγία Σουμελά. Από τις άλλες δύο, η μία βρίσκεται στη Μονή Κύκκου της Κύπρου και η άλλη στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου.

Απολυτίκιο του Αγίου Λουκά του Ευαγγελιστή και Ιατρού (18 Οκτωβρίου)
«Ακέστωρ σοφώτατος, Ιερομύστα Λουκά, ζωγράφος πανάριστος, της Θεοτόκου μητρός, εδείχθης Απόστολε• έγραψας μάκαρ, λόγους, διά πνεύματος θείου• έδωκας εννοησαι, συγκατάβασιν άκραν, Χριστου της παρουσίας• διό πρέσβευε σωθηναι ημάς»


http://www.im-ka.gr/Pages/Mones/MegaSphlaio.htm
http://www.imkykkou.com.cy/proskynima_monis.shtml
http://www.hellenica.de/Griechenland/Religion/GR/PanagiaSoumela.html

Οι περιγραφές που αναφέρονται στη Γένεση είναι συμβολικές ή ισχύουν στην πραγματικότητα;

Γενικά γιά τή διήγηση τῆς δημιουργίας, ὅπως καταγράφεται στό πρῶτο βιβλίο τῆς Π. Διαθήκης, στή Γένεση, πρέπει νά διευκρινίσουμε τά ἑξῆς: 

1. Τό βιβλίο αὐτό εἶναι, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, θεόπνευστο, δηλαδή γραμμένο κατ’ ἀποκάλυψη καί μέ τό φωτισμό τοῦ ἁγ. Πνεύματος. Χωρίς νά μποῦμε σέ ἐπιπλέον λεπτομέρειες γιά τό θέμα τῆς θεοπνευστίας, ἀρκεῖ νά ποῦμε ὅτι θεοπνευστία/ἀποκάλυψη καί ψέμα εἶναι διαμετρικά ἀντίθετα. 

2. Ὁ θεόπνευστος συγγραφέας χρησιμοποιεῖ τή γλώσσα του γιά νά μεταφέρει στούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του τό περιεχόμενο τῆς ἀποκάλυψης. Αὐτό σημαίνει ὅτι γιά ὑπερβατικές ἀλήθειες  ἀναγκαστικά χρησιμοποιεῖ εἰκόνες καί λέξεις πού προέρχονται ἀπό τήν καθημερινότητά του. Ἔτσι, γιά παράδειγμα, ὁ Θεός παρουσιάζεται στην περίπτωση τῆς δημιουργίας νά «λέει», νά «πλάθει», να «ἐμφυσάει», χωρίς ἀσφαλῶς νά ἔχει χέρια ἤ στόμα. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἐκφράσεις ὀνομάζονται «ἀνθρωπομορφικές». Δέν εἶναι κυριολεκτική ἀπόδοση τῶν γεγονότων, οὔτε ὅμως καί φανταστική. Εἶναι περιγραφή τῆς ἀλήθειας μέ τρόπο κατανοητό στόν ἄνθρωπο. Ὅταν, γιά παράδειγμα, ἕνα μικρό παιδί ρωτᾶ πῶς γεννιοῦνται τά παιδιά, θά χρησιμοποιήσουμε παραστάσεις πού ἐκεῖνο ἀντιλαμβάνεται. Θά τοῦ μιλήσουμε γιά φωλίτσα πού ἔχει ἡ μαμά μέσα στήν κοιλιά, γιά αὐγουλάκι πού μεγαλώνει ἐκεῖ κλπ. Τοῦ λέμε ψέματα; ὄχι. Ἡ μαμά πράγματι ἔχει στήν κοιλιά της ἕνα εἶδος φωλιᾶς καί ἕνα αὐγουλάκι... Μόνο πού σήμερα ἡ ἐπιστήμη ὀνομάζει τό πρῶτο μῆτρα καί τό δεύτερο ὡάριο καί ἀσφαλῶς τά πράγματα δέν εἶναι τόσο ἁπλοϊκά. Τό ὅτι ΔΕΝ χρησιμοποιοῦμε ἐπιστημονική γλώσσα εἶναι πού βοηθᾶ τό παιδί νά καταλάβει τί συμβαίνει.
Αὐτό τό ρόλο παίζουν καί οἱ ἀνθρωπομορφικές ἐκφράσεις. Ἡ διήγηση τῆς Γένεσης δέν παρουσιάζει τά γεγονότα μέ τρόπο ἐπιστημονικό ἤ κυριολεκτικό, ἀλλά μέ τρόπο πού νά γίνονται κατανοητά ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς. Κυρίως ἐπιμένει στήν ἀλήθεια: Ὁ Θεός δημιούργησε τόν κόσμο τέλειο, χωρίς κόπο καί χωρίς νά «ἐμπλακεῖ» (μέ τό λόγο του) ἐνῶ στήν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου πρόκειται γιά δημιουργία μέ ἰδιαίτερη φροντίδα καί ἀγάπη. 

Για τις "Ορθόδοξες Απαντήσεις"
Σοφία Χασιώτη, Δρ. Θεολογίας

Επιτρέπεται οι Λαϊκοί να αναμειγνύονται στα θέματα της Πίστεως;

Μπορούν οι λαΐκοί, τα μέλη της Εκκλησίας που δεν έχουν την Ιερωσύνη, να ασχολούνται με θέματα Πίστεως; Δύνανται οι λαΐκοί, παρ' όλο που δεν έχουν κανένα αξίωμα μυστηριακής διακονίας στην Εκκλησία, να ελέγξουν Επισκόπους, όταν εκείνοι παρεκτρέπονται από την αλήθεια; Είναι δικαιολογημένοι όσοι πίσω από τους Ιερείς και τους Πνευματικούς τους Πατέρες τηρούν στάση αδιαφορίας, όταν παραχαράσσονται το κήρυγμα και η Πίστη της Εκκλησίας, επειδή παρομοίως και οι Προεστώτες και Πνευματικοί τους Πατέρες, «αφού έπαθαν κάτι ανθρώπινο» δεν μαρτυρούν και δεν ομολογούν την αλήθεια της Ορθοδοξίας;


διαβάστε την τοποθέτηση της
Ι.Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
εδώ σε PDF    ή     εδώ στον ιστό

.

Υπάρχει κάποια πατερική θέση, σχετικά με τις λεγόμενες «ανθρωπιστικές οργανώσεις» παγκόσμιου βεληνεκούς; Τι πρέπει να γνωρίζουμε, ώστε να βαδίζουμε κατά το θείο θέλημα Του.

Πρώτα θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο σχετικά με τον σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ Πίστης και «καλών έργων», την τήρηση των εντολών του Χριστού και τον τελικό σκοπό του ανθρώπου, δηλαδή να κατανοήσουμε τι σημαίνει, θεάρεστη ζωή.

Θα τοποθετηθούμε λοιπόν με τα λόγια του Αγίου Θεοφάνους του Εγκλείστου σε σχετική του επιστολή:

Ο Κύριος μας έδωσε αυτή τη σύντομη ζωή ως χρόνο και ευκαιρία προετοιμασίας για την άλλη, την ατελεύτητη. Στη διάρκεια, λοιπόν, της σύντομης επίγειας ζωής μας πρέπει να συγκεντρώσουμε «προμήθειες» για ολόκληρη την αιωνιότητα. Πώς; Με τα καλά έργα. Απ' αυτά σχηματίζεται ένα κεφάλαιο, και ο Κύριος «θα πληρώσει τον καθένα κατά τα έργα του» (Ρωμ. 2:6).

Στην παρούσα ζωή, λοιπόν, πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για ν' αυξήσουμε τις καταθέσεις μας σ' αυτόν το λογαριασμό. Δεν είναι δύσκολο. Ο ίδιος ο Κύριος το βεβαιώνει, λέγοντας: «Ο ζυγός μου είναι απαλός και το φορτίο μου ελαφρό» (Ματθ. 11:30). Όλη η χριστιανική ζωή συνοψίζεται σε τούτα: Να πιστεύουμε στον Θεό, στην προσκυνητή Τριάδα, που μας σώζει με το λυτρωτικό έργο του Ιησού Χρίστου και με την αγαθότητα του Αγίου Πνεύματος, να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Ευαγγελίου, παίρνοντας θεία δύναμη μέσω των ιερών Μυστηρίων της Αγίας Εκκλησίας μας, και να ελπίζουμε ότι ο Θεός, για την πίστη και την υπακοή μας σ' Αυτόν, δεν θα μας στερήσει τα επουράνια αγαθά.

Όσο απαραίτητη είναι η πίστη για τη σωτηρία μας άλλο τόσο απαραίτητα είναι και τα καλά έργα. Το τονίζω αυτό, γιατί μερικοί διακηρύσσουν πως η πίστη είναι αρκετή, ενώ άλλοι λένε ότι φτάνει να είμαστε "καλοί άνθρωποι", να κάνουμε δηλαδή καλά έργα. Η αλήθεια είναι πως η πίστη και τα έργα έχουν ίση αξία. Η πίστη πρέπει να συνοδεύεται και να επιβεβαιώνεται από τα καλά έργα, δηλαδή από ζωή άγια, σύμφωνη με τις θείες εντολές. Εδώ, στην τήρηση των θείων εντολών, είναι που πρέπει να συγκεντρώσουμε περισσότερο την προσοχή μας. Την πίστη, βλέπεις, την αληθινή ορθόδοξη πίστη, την έχουμε. Τι μας μένει, λοιπόν; Η τήρηση των εντολών, τα καλά έργα. Γιατί «η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή» (Ίακ. 2:20). Και πρέπει να πω, ότι χρωστάμε απέραντη ευγνωμοσύνη στον Κύριο, γιατί την άξια των έργων μας την καθορίζει με κριτήριο όχι τη σπουδαιότητα ή τη μεγαλοσύνη τους, αλλά τη διάθεση πού υπάρχει μέσα μας, όταν τα επιτελούμε. Ευγνωμοσύνη Του χρωστάμε ακόμα, γιατί μας δίνει καθημερινά αναρίθμητες ευκαιρίες για την επιτέλεση καλών έργων σύμφωνα με το θέλημα Του, έτσι πού, αν προσέχουμε, μπορούμε κάθε στιγμή να Τον ευαρεστούμε.

Για να ευαρεστούμε λοιπόν το Θεό, δεν είναι ανάγκη να κάνουμε κάτι το πολύ μεγάλο, όπως κάνουν οι νεωτεριστές και τάχα προοδευτικοί. Φτάνει να κοιτάμε γύρω μας, κάθε μέρα και κάθε ώρα. Διακρίνεις σε κάτι τη σφραγίδα της θεϊκής εντολής; Κάνε το δίχως χρονοτριβή ή δισταγμό, με την πεποίθηση ότι ο ίδιος ο Θεός αυτή την ώρα ζητάει από σένα αυτό το έργο και τίποτ' άλλο. Έτσι, με κάθε βήμα, με κάθε λέξη, με κάθε κίνηση, ακόμα και με κάθε ματιά μπορούμε να ευαρεστούμε τον θεό, να βαδίζουμε στο δρόμο του θελήματος Του, και επομένως να κατευθυνόμαστε προς τον τελικό σκοπό μας.

Οι νεωτεριστές, οι τάχα προοδευτικοί, έχουν στο νου τους σύνολη την ανθρωπότητα, όλους τους ανθρώπους στοιβαγμένους μαζί. Είναι, όμως, γεγονός ότι "η ανθρωπότητα" ή "ο λαός" δεν υπάρχει ως πρόσωπο, ένα πρόσωπο για το οποίο θα μπορούσε κάποιος να κάνει κάτι τώρα ακριβώς. Η ανθρωπότητα συγκροτείται από ξεχωριστά πρόσωπα. Κάνοντας κάτι για ένα πρόσωπο, το κάνουμε μέσα στο σύνολο των ανθρώπων. Αν ο καθένας μας έκανε ό,τι μπορούσε για οποιονδήποτε άνθρωπο έχει μπροστά στα μάτια του, αντί να ρίχνει μάταια το βλέμμα του τόσο μακριά, στο απρόσωπο σύνολο των ανθρώπων, τότε όλοι μας θα κάναμε κάθε στιγμή ό,τι χρειάζεται γι' αυτούς πού έχουν ανάγκη, κι έτσι θα εδραιώναμε τήν ευημερία συνόλου του ανθρώπινου γένους, πού αποτελείται από πλούσιους και φτωχούς, από αδύνατους και ισχυρούς. Όσοι οραματίζονται την ευημερία όλης της ανθρωπότητας συνολικά, αδιαφορούν γι' αυτό πού είναι μπροστά στα μάτια τους. Έτσι, όμως, δεν εκπληρώνουν το σκοπό της ζωής, γιατί ούτε τη δυνατότητα έχουν να επιτελέσουν ένα τόσο μεγάλο έργο, όπως είναι η πανανθρώπινη ευημερία, ούτε πάλι αξιοποιούν τις ευκαιρίες, που τους δίνονται, για την εκτέλεση μικρών καλών έργων.

Είναι λοιπόν προτιμότερο να ρίχνεις ταπεινά τα μάτια σου κάτω και να κοιτάς τα πόδια σου, προσέχοντας που πατάς. Αυτός είναι ο πιο σωστός δρόμος. 


επεξεργασία από το "Ο δρόμος της ζωής, γράμματα σε μια ψυχή", Οσίου Θεοφάνους του εγκλείστου, έκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής, 2008, σελ. 76-79.

Πότε κάνουμε το σταυρό μας στις ακολουθίες, αλλά και γενικά όταν βρισκόμαστε μέσα στην Εκκλησία;

Κάνουμε το σταυρό μας:

1. Μόλις ανάψουμε το κερί μας.
2. Όταν μπαίνουμε στους Ιερούς Ναούς και όταν βγαίνουμε από αυτούς.
3. Στην αρχή κάθε ακολουθίας.
4. Σε κάθε Τριαδική εκφώνηση.
Δηλαδή κάθε φορά πού θα λέγεται ή θα ψάλλεται το: «Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι»,ή όταν ακούγεται το «... του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος...».
5. Σε κάθε εκφώνηση της Παναγίας:
«Της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας...» που υπάρχει στα Ειρηνικά, Πληρωτικά και Μικρές Συναπτές.
6. Στα Απολυτίκια ή Τροπάρια όταν και όπου ακούγεται το όνομα του Αγίου ή της Αγίας της ημέρας, του Ναού κλπ.
7. Στον Όρθρο, όταν ψάλλεται, επαναλαμβανόμενο, το Μεγαλυνάριο της Παναγίας: «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ…». Το σταυρό μας είναι προτιμότερο να τον κάνουμε , όταν φθάνει η ψαλμωδία στο: «...την όντως Θεοτόκον ...», για να τονίζεται η πίστη ότι εγέννησε Θεόν.
8. Στη Μικρή και Μεγάλη Είσοδο, όταν περνούν από μπροστά μας το Ευαγγέλιο και τα Τίμια Δώρα.
9. Στον Τρισάγιο ύμνο: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς».
10. Στο «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν...» το όποιο επαναλαμβάνεται τρις. Μαζί με το σταυρό μας σ' αυτήν την περίπτωση κάνουμε κάθε φορά και μία μικρή μετάνοια.
11. Πριν από το τέλος του Εσπερινού, όταν ο Ιερέας λέγει το «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά τό ρήμα σου έν ειρήνη ότι είδον οί οφθαλμοί μου τό σωτήριόν σου…».
12. Στις απολύσεις των ακολουθιών (Εσπερινού, Όρθρου και λοιπών ακολουθιών),καθώς και στην απόλυση της Θείας Λειτουργίας.
13. Κάθε άλλη φορά, κατά τις διάφορες αιτήσεις του Ιερέα , έφ' όσον αυτό αναπαύει ή ευχαριστεί τον πιστό.
14. Όταν προσκυνούμε τις άγιες Εικόνες ή άγια Λείψανα.
15. Πριν κοινωνήσουμε και μετά τη Θεία Κοινωνία.

ΔΕΝ κάνουμε το σταυρό μας:
1. Όταν μας θυμιάζει ο Ιερέας. Στις περιπτώσεις αυτές αντί Σταυρού, κάνουμε μια υπόκλιση της κεφαλής ευχαριστούντες τον Ιερέα για την τιμή πού μας κάνει: Μετά τις άγιες Εικόνες να θυμιάζει και εμάς, ως εικόνες του Θεού! Εάν καθόμαστε , πρέπει να σηκωνόμαστε.
2. Όταν στην αρχή του Όρθρου αναγινώσκεται ο Εξάψαλμος.
Το σταυρό μας μπορούμε να κάνουμε στην αρχή και στο τέλος του Εξάψαλμου. Σ' όλη όμως τη διάρκεια αυτού, ακόμη και στο μέσον του, όταν λέγουμε τα «Δόξα... Και νυν... Αλληλούια...» ΔΕΝ κάνουμε το σταυρό μας, αλλά παρακολουθούμε «εν πάση σιωπή και κατανύξει» τον Αναγνώστη, ο όποιος «μετ' ευλάβειας και φόβου Θεού», διαβάζει τον Εξάψαλμο. Διότι ό χρόνος αυτός τής αναγνώσεως προεικονίζει το χρόνο τής Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, κατά τη διάρκεια του οποίου με φόβο και τρόμο θα αναμένουμε την τελική κρίση Του για εμάς. Και, όπως τότε, έτσι και τώρα θα πρέπει σιωπώντες, όρθιοι, ακίνητοι, χωρίς μετακινήσεις ή, προπαντός, χωρίς και τούς παραμικρούς θορύβους, να παρακολουθούμε την ανάγνωση αυτή. (Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις εσπερινές ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, οι οποίες είναι ό Όρθρος της επομένης. Διότι τότε, αφηρημένοι, μπαίνουμε στους Ναούς χωρίς να προσέχουμε, εάν εκείνη την ώρα διαβάζεται ο Εξάψαλμος. Σ' αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να παραμένουμε ακίνητοι στην είσοδο του Κυρίως Ναού και μετά το πέρας της αναγνώσεως να μετακινούμαστε για να καταλάβουμε τη θέση μας).
3. Όταν φιλάμε το χέρι Ιερωμένου.
Η συνήθεια ορισμένων να κάνουν το σταυρό τους πριν φιλήσουν το χέρι του Επισκόπου ή Ιερέα ή οποιουδήποτε ρασοφόρου είναι λανθασμένη. Το σταυρό μας τον κάνουμε, όταν ασπαζόμαστε τις άγιες Εικόνες και όχι όταν ασπαζόμαστε το χέρι του Ιερωμένου. Όταν λοιπόν πρόκειται να επικοινωνήσουμε ή να συναντηθούμε με Ιερωμένο, μπορούμε να πούμε «Ευλόγησον, Δέσποτα ή Πάτερ» ή «Την ευχή σας, Σεβασμιώτατε ή Αγιε Καθηγούμενε ή Πάτερ και κάνοντας μία μικρή υπόκλιση της κεφαλής να ασπαστούμε το δεξί του χέρι, όποτε συνεχίζουμε το διάλογο μαζί του, όπως επιθυμεί ό καθένας. Το ίδιο κάνουμε και φεύγοντας από κοντά του. Λέμε, «Την ευχή σας ή Ευλογείτε, Πάτερ», κάνουμε μικρή υπόκλιση, προτείνοντας τις παλάμες μας σταυροειδώς, ασπαζόμαστε τη δεξιά του και φεύγουμε.
4. Όταν λαμβάνουμε το αντίδωρο από το χέρι του Ιερέα, το οποίο (χέρι) στη συνέχεια το ασπαζόμαστε.
του π. Γεωργίου Κουγιουμτζόγλου (από το :"Λατρευτικό Εγχειρίδιο" σελ. 168,171)

Τι ακριβώς σημαίνει «συμπροσευχή»; Ισχύει μόνο για τους Κληρικούς; Τι λένε οι Ιεροί Κανόνες; Η συμπροσευχή περιορίζεται μόνο στα πλαίσια της Θ.Λειτουργίας ή όχι;

Στούς περισσότερους ἀπό τούς Ἱ. Κανόνες πού ἀπαγορεύουν τή συμπροσευχή μέ αἱρετικούς δέν προσδιορίζεται ὅτι ἡ ἀπαγόρευση ἀφορᾶ μόνο κληρικούς. Σέ ὁρισμένους μάλιστα ρητῶς προβλέπονται ἐπιτίμια γιά τούς λαϊκούς πού παραβαίνουν τήν κανονική ἀπαγόρευση συμπροσευχῆς. Κατά συνέπεια, «συνεύχεσθαι» σημαίνει καί τήν ἁπλή προσευχή, διότι ἀσφαλῶς οἱ λαϊκοί μποροῦν μόνο νά συμπροσεύχονται καί ὄχι νά συλλειτουργοῦν.

Ἰδιαίτερα σημαντικός γιά τήν κατανόηση τοῦ ποιά προσευχή μέ αἱρετικούς ἀπαγορεύεται εἶναι ὁ ΞΕ΄ (ἤ ΞΔ΄ κατά Ράλλη-Ποτλῆ (στό ἑξῆς : Ρ-Π.) Κανόνας τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων : «Εἰ τις κληρικός, ἤ λαϊκός εἰσέλθοι εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων, ἤ αἱρετικῶν προσεύξασθαι, καί καθαιρείσθω, καί ἀφοριζέσθω».

Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τόν ΛΖ΄ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ: «ὅτι οὐ δεῖ παρά τῶν Ἰουδαίων ἤ αἱρετικῶν τά πεμπόμενα ἑορταστικά λαμβάνειν, μηδέ συνεορτάζειν αὐτοῖς». Εἶναι πρόδηλο ὅτι στό «συνεορτάζειν» ἐμπερικλείεται κάθε λατρευτική ἀκολουθία καί τελετή πρός τιμήν προσώπου ἤ γεγονότος τό ὁποῖο ἑορτάζεται ἀπό τούς Ἰουδαίους ἤ αἱρετικούς. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι οἱ ἑορτές τῶν Ἰουδαίων καί αἱρετικῶν ἀντιμετωπίζονται μέ ἑνιαία ἀπαγόρευση.

Ἐπίσης σαφής εἶναι καί ὁ Β΄ Κανόνας τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ : «μή ἐξεῖναι δέ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις, μηδέ κατ’ οἴκους συνελθόντας συνεύχεσθαι τοῖς μή τῇ ἐκκλησίᾳ συνευχομένοις». Προφανῶς τό «κοινωνεῖν» ἀναφέρεται στή Θ. Εὐχαριστία καί ἀντιδιαστέλλεται πρός τό «κατ’ οἴκους συνελθόντας συνεύχεσθαι», ὅπου ὑπονοεῖ τήν ἁπλή προσευχή. Μέ τό «κατ’ οἴκους συνελθόντας συνεύχεσθαι» δέν νοεῖται τέλεση Θ. Λειτουργίας, ἀφ’ ἑνός μέν διότι τέλεση Θ. Λειτουργίας, χωρίς νά εἶναι ἀνάγκη, ἐν οἴκῳ ἀπαγορεύεται σύμφωνα μέ τόν Κανόνα ΝΗ' τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου, καί ἀφ’ ἑτέρου διότι δέν θά εἶχε νόημα στόν ἴδιο Κανόνα ἡ ἐπανάληψη ἀπαγορεύσεως τελέσεως Θ. Λειτουργίας.

Σύμφωνα μέ τόν Ι΄ Κανόνα τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων "εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κᾂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω". Ὅταν ὁ Κανόνας ἐπιβάλλει ἀφορισμό σέ ὅποιον «κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται» μέ ἀκοινώνητον (αἱρετικό ἤ ἀφορισμένο), προφανῶς ἐννοεῖ τήν ἁπλή συμπροσευχή καί ὄχι τήν τέλεση Θ. Λειτουργίας, διότι, ὅπως ἐλέγχθη ἤδη, χωρίς νά ὑπάρχει ἀνάγκη, τέλεση Θ. Λειτουργίας «ἐν οἴκῳ» ἀπαγορεύεται αὐστηρά. Ἐπί πλέον δέ, καί ἡ ἴδια ἡ δομή τοῦ κειμένου ὑπονοεῖ ὅτι δέν πρόκειται γιά τήν εὐχαριστηριακή σύναξη, ἀλλά γιά ἁπλή κατ’ ἰδίαν προσευχή. Ἄρα, μέ τό "κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται" ἐννοεῖ ὁποιαδήποτε ἁπλή συμπροσευχή. ὁ παραβαίνων αὐτόν τόν Κανόνα «ἀφοριζέσθω»!

Ὅλοι οἱ ἔγκριτοι σχολιαστές τῶν Ἱ. Κανόνων χρησιμοποιοῦν τό «συνεύχεσθαι» ἤ «προσεύξασθαι μετά τινός» πρωτίστως μέ τήν ἔννοια τῆς ἁπλῆς συμπροσευχῆς καί σπανιότερα μέ τήν ἔννοια τοῦ συλλειτουργεῖν. Ἐνδεικτικά:

1. Βαλσαμών
«ὁ ἀφωρισμένῳ συνευξάμενος ὁπουδήποτε ἀφορισθήσεται, κᾂν ἐπίσκοπος ἐστι, κᾂν λαϊκός … εἰ τις οὔν μετ’ αὐτοῦ συμψάλλῃ ἐν οἴκῳ, ἤ ἐν ἀγρῷ, οὐκ αἰτιαθήσεται . ταυτόν γάρ ἐστι τό ἐν ἐκκλησίᾳ ἤ ἔξωθεν ταύτης συνεύξασθαι μετά τοῦ ἀφωρισμένου . συνομιλεῖν δέ μετά τοῦ ἀφορισμένου οὐ κωλυώμεθα» (ἑρμηνεία στόν Ι΄ Ἀποστολικό, Ρ-Π., β, 14). Ὁ Βαλσαμών, εἶναι ἀπολύτως σαφής : τό ἀντικανονικῶς «συνεύξασθαι» διαπράττεται «ὁπουδήποτε», καί ἀπό ἐπίσκοπο καί ἀπό λαϊκό. Συνεπῶς δέν πρόκειται περί συλλειτουργίας. Καί ἁπλή συμψαλμωδία ὡς συμπροσευχή μπορεῖ νά τελεσθεῖ ἤ στό σπίτι, ἤ στήν ὕπαιθρο. Δέν ἔχει σημασία ἄν τελεῖται ἐνώπιον της ἐκκλησιαστικῆς κοινότητος «ἐν ἐκκλησίᾳ», ἤ κατ’ ἰδίαν «ἔξωθεν αὐτῆς». Εἶναι προφανές ὅτι ὁ Βαλσαμών δέν ἀναφέρεται ἀποκλειστικά σέ Θ. Λειτουργία καί συλλειτουργία, ἀλλά σέ ὁποιαδήποτε προσευχή.

«Ἐνταῦθα (στόν ΜΕ΄ Κανόνα) μή εἴπης ἐν ναῷ τόν ἐπίσκοπον καί τούς λοιπούς συνεύξασθαι μετά αἱρετικῶν . οἱ τοιοῦτοι γάρ καθαιρεθήσονται κατά τόν ΜΣτ΄ κανόνα, καθώς καί ὁ ἐπιτρέψας αὐτοῖς ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαι τί . ἀλλ’ ἐκλαβοῦ τό συνεύξασθαι εἰς τό ἁπλῶς κοινωνῆσαι, καί ἡμερώτερον διατεθῆναι ἐπί τῇ εὐχῇ τοῦ αἱρετικοῦ (Ρ-Π, β, 60). Μέ ἁπλά λόγια λέει ὁ Βαλσαμών : ὁ ΜΕ΄ Κανόνας δέν ἀφορᾶ στή περίπτωση πού ἔχουμε συμπροσευχή στό Ναό ἐπισκόπου μέ αἱρετικούς. Αὐτή ἡ περίπτωση, δηλαδή ἡ ἐν τῷ ναῶ συμπροσευχή ἐπισκόπου καί αἱρετικῶν καί μάλιστα ἄν δοθεῖ ἄδεια στούς αἱρετικούς νά συμπεριφερθοῦν ὡς κληρικοί ἀντιμετωπίζεται ἀπό τόν ἑπόμενο ΜΣτ΄ Κανόνα πιό αὐστηρά μέ καθαίρεση. Ἐδῶ, στόν ΜΕ΄ Κανόνα, νά ἐκλάβεις τό «συνεύξασθαι» ὡς ἁπλή λατρευτική ἐπικοινωνία καί ἁπλή προσευχή, χωρίς νά ἔχουμε ἱεροπραξία ἀπό κληρικό . γι’ αὐτό ἐδῶ ἔχουμε μόνο ἀφορισμό. Συνεπῶς, κατά τό Βαλσαμῶνα, «συνεύξασθαι» σημαίνει τήν ἁπλή προσευχή ἀκόμα καί ἐκτός Ναοῦ, χωρίς ἱεροπραξία κληρικῶν, χωρίς τέλεση Θ. Λειτουργίας.

2. Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης:
«μέγα ἁμάρτημα λογιάζει ὁ παρών Κανών (ΞΕ΄ Ἀποστολικός) τό νά ἔμβη τινάς Χριστιανός μέσα εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων ἤ αἱρετικῶν διά νά προσευχηθῇ …πόσῳ μᾶλλον παρανομεῖ ὁ Χριστιανός ἐκεῖνος ὅπου συμπροσεύχεται μέ τούς σταυρωτᾶς τοῦ Χριστοῦ;» (ἑρμηνεία στόν ΞΕ΄ Ἀποστολικό, Πηδάλιον, σ. 84-85). Προφανῶς ἀναφέρεται σέ ἁπλή συμπροσευχή, διότι δέ νοεῖται Θ. Λειτουργία καί συλλείτουργο σέ … ἑβραϊκή συναγωγή !

«ὅποιος ἤθελε συμπροσευχηθεῖ μέ ἐκεῖνον ὅπου ἀφορίσθη ἀπό τήν ὁμήγυριν, καί τήν προσευχήν τῶν πιστῶν, κἄν καί δέν ἤθελεν συμπροσευχηθῇ μέσα εἰς τήν ἐκκλησίαν, ἀλλά μέσα εἰς τόν οἶκον ὁ τοιοῦτος ἤ ἱερωμένος εἶναι ἤ λαϊκός ἄς ἀφορίζεται» (ἑρμηνεία στόν Ι΄ Ἀποστολικό, Πηδάλιον, σ. 13). Αὐτός πού ἀποκόπτεται ἀπό τήν κοινή λατρεία, δέν εἶναι ἀποδεκτός οὔτε σέ κατ’ ἰδίαν συμπροσευχή. Καί ἐδῶ δέν πρόκειται γιά Θ. Λειτουργία καί συλλείτουργο διότι ὁ λαϊκός δέν συλλειτουργεῖ.

«ὁ παρών Κανών (ΜΕ΄ Ἀποστολικός) διορίζει ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος ἤθελε συμπροσευχηθῆ μονάχα, ἀλλ’ ὄχι καί νά συλλειτουργήση μέ αἱρετικούς ἄς ἀφορίζεται … εἰ δέ καί ἐσυγχώρησεν εἰς τούς αἱρετικούς νά ἐνεργήσουν κανένα λειτούργημα ὡσάν κληρικοί, ἄς καθαιρῆται» (ἑρμηνεία στόν ΜΕ΄ Ἀποστολικό, Πηδάλιον, σ. 50-51). Καί ἐδῶ ἀντιδιαστέλλεται σαφέστατα ἡ συμπροσευχή ἀπό τή συλλειτουργία καί ὡς πρός τήν πράξη τοῦ παραβάτου καί ὡς πρός τίς συνέπειες.

στήν ἑρμηνεία τοῦ ΙΑ΄ Ἀποστολικοῦ δέχεται ο Άγ. Νικόδημος ὡς δυνατές καί τίς δύο ἔννοιες : ἤ ὅτι τό «συνεύξηται λαμβάνεται ἀντί τοῦ συλλειτουργήση» ἤ «δηλοί κατά τήν κυριολεξία του, τό νά συμπροσευχηθῆ» (ἑρμηνεία στόν ΙΑ΄ Ἀποστολικό, Πηδάλιον, σ. 14).

3. Ἀριστινός:
«ὁ εἰσελθών εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων ἤ αἱρετικῶν καί προσευξάμενος μετ’ αὐτῶν … ὁ δέ ἐν οἴκω συνευξάμενος μόνον αἱρετικοῖς ἐπίσκοπος, ἤ πρεσβύτερος, ἤ διάκονος ἀφορίζεται» (ἑρμηνεία στόν ΞΔ΄ Ἀποστολικό, Ρ-Π., β, 83). Καί ἐδῶ δέ νοεῖται τό συλλειτουργεῖν Ἰουδαίοις, ἤ συλλειτουργεῖν ἐν οἴκῳ, προφανῶς ἀφορᾶ σέ ἁπλή συμπροσευχή !

«ὁ συνευχόμενος αἱρετικοῖς ἐν ἐκκλησία, ἤ ἐν οἴκῳ, ἀκοινώνητος ὡσαύτως ἔστω καί αὐτός» (ἑρμηνεία στόν Ι΄ Ἀποστολικό, Ρ-Π., β, 14). Ἡ «ἐν οἴκῳ» συμπροσευχή δέν μπορεῖ νά εἶναι συλλειτουργία.

«ὁ δέ τόν εἰς ἐκκλησίαν μή συναγόμενον τοῖς πιστοῖς παραδεξάμενος, καί κατ’ οἴκους αὐτῷ συνευξάμενος ἤ καί ἐν ἑτέρα ἐκκλησία τοῖς Κανόσιν ὑπεύθυνος ἔσται» (ἑρμηνεία στόν Β΄ Ἀντιοχείας, Ρ-Π., γ, 129).

«ὁ συνευξάμενος μόνον αἱρετικοῖς, ἤ πρεσβύτερος, ἤ διάκονος, ἀφορίζεται . ὁ δέ ἐπιτρέψας αὐτοῖς ἐνεργῆσαι τι, ὡς ἱερωμένοις καί κληρικοῖς, καθαιρεῖται» (ἑρμηνεία στόν ΜΕ΄ Ἀποστολικό, Ρ-Π., β, 60-61). Ἀντιδιαστέλλεται τό «συνευξάμενος μόνον» ἀπό τό «ἐπιτρέψας ἐνεργῆσαι τί ὡς ἱερωμένοις ἤ κληρικοῖς». Κατά συνέπεια μέ τό «συνευξάμενος μόνον» ὁ Κανόνας ὑπονοεῖ τήν ἁπλή συμπροσευχή χωρίς ἱερατική πράξη καί ἐπιβάλλει ἀφορισμό. Ἄν ὑποννοεῖτο συλλείτουργο τότε θά εἴχαμε καθαίρεση, διότι θά ἐνέπιπτε στήν περίπτωση «ἐπιτρέψας ἐνεργῆσαι τι ὡς ἱερωμένοις ἤ κληρικοῖς».

4. Βλάσταρης:
«αἱρετικῷ ἤ σχισματικῷ ὅλως ἡμᾶς οὐκ ἐπιτρέπει συνεύχεσθαι» (Ρ-Π., στ, 73). Τό «ὅλως», πού δέν ὑπάρχει στό κείμενο τοῦ Κανόνος, τοποθετήθηκε ἀπό τόν ἑρμηνευτή γιά νά καλύψει κάθε ἔννοια τοῦ «συνεύχεσθαι» καί γιά νά ἐπιτείνει τήν ἔννοια τῆς ἀπαγορεύσεως.

5. Ζωναρᾶς:
«Μέγα ἁμάρτημα ὁ κανών (ΞΔ΄ Ἀποστολικός) τό Χριστιανόν εἰς Ἰουδαίων συναγωγήν, ἤ αἱρετικῶν χάριν προσευχῆς εἰσιέναι ... Χριστιανός τοῖς τοῦ Χριστοῦ ἀναιρέταις συνευχόμενος κριθείη παρανομῶν» (ἑρμηνεία στόν ΞΔ΄ Ἀποστολικό, Ρ-Π., β, 82). Ἀσφαλῶς δέ νοεῖται κοινή Θ. Λειτουργία μέ Ἰουδαίους !

«εἰ τίς οὔν ἀκοινωνήτω ... συνεύξηται, κἄν μή ἐν ἐκκλησίᾳ ἀλλ' ἐν οἴκῳ, κἀκεῖνος ἀφορισθήσεται» (ἑρμηνεία στόν Ι΄ Ἀποστολικό, Ρ-Π., β, 14).

«μήτε ἐν οἴκῳ τινάς συνεύχεσθαι, μήτε ἐν ἑτέρᾳ ἐκκλησίᾳ αὐτούς (τούς ἀκοινωνήτους) ὑποδέχεσθαι. Τούς δέ τοῖς τοιούτοις συνευχομένους, ἤ ὑποδεχομένους αὐτούς εἰς ἐκκλησίας, ἀκοινωνήτους κἀκείνους εἶναι ... τά αὐτά δέ καί ὁ Ι΄ καί ὁ ΙΑ΄ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων ἔφη καί ὁ ΛΓ΄ Κανών τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου φησίν, ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικῷ ἤ σχισματικῷ συνεύχεσθαι» (ἑρμηνεία στό Β΄ Ἀντιοχείας, Ρ-Π., γ, 127). Ἐδῶ ὁ Ζωναρᾶς ἀντιδιαστέλλει τό «ἐν οἴκῳ συνεύχεσθαι» ἀπό τό «ἐν ἐκκλησίᾳ ὑποδέχεσθαι» τό μέν ὡς κατ' ἰδίαν ἁπλή συμπροσευχή, τό δέ ὡς ἔκφραση τῆς προσευχῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητος, τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Ὅσοι λοιπόν «συνεύχονται ἤ ὑποδέχονται» ἀκοινωνήτους ἤ αἱρετικούς ἤ σχισματικούς «ἀκοινωνήτους κἀκείνους εἶναι».

Ὅλη ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση μέχρι σήμερα θεωρεῖ ὅτι στούς ἐν λόγῳ Κανόνες περί ἀπαγορεύσεως τῆς συμπροσευχῆς ὑπάγεται καί ἡ ἁπλή συμπροσευχή σέ ὁποιαδήποτε ἀκολουθία ἤ τελετή καί ὄχι μόνο ἡ τέλεση Θ. Λειτουργίας καί τό συλλείτουργο.

Ἐπίσης :

Α. Ἡ Πατριαρχική Ἐγκύκλιος τοῦ 1952 ἀπαγορεύει τή συμμετοχή ὄχι μόνο στή Θ. Λειτουργία ἀλλά καί σέ κάθε μορφῆς προσευχή, πού διεξάγεται στά πλαίσια τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως σέ «οἰκουμενικάς λατρευτικάς συνάξεις, κοινάς προσευχάς, λατρείας καί ἄλλας θρησκευτικάς τελετάς».

Β. Ἡ ἀπόφαση τῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς (Θεσσαλονίκη, 1998) γιά ἀπαγόρευση συμμετοχῆς σέ ὁποιασδήποτε μορφῆς συμπροσευχές («οἰκουμενικάς λατρευτικάς συνάξεις, κοινάς προσευχάς, λατρείας καί ἄλλας θρησκευτικάς τελετάς») ἀποτελεῖ ἐφαρμογή τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐγκυκλίου τοῦ Ἀθηναγόρα τοῦ 1952, ἤ ὅπως ἐπί λέξει ἀναφέρει ὁ Πατριάρχης, ἀποτελεῖ «ἐκδήλωσιν τῆς ἰσχύος τῆς σταθερᾶς γραμμῆς τῆς ὡς ἄνω Ἐγκυκλίου τοῦ 1952»,

Γ. Ὅλες αὐτές οἱ συμπροσευχές στά πλαίσια τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως - καί ὄχι μόνο ἡ Θ. Λειτουργία - ἀπαγορεύονται «ὡς ἀντικείμεναι πρός τούς ἱερούς κανόνας καί ἀμβλύνουσαι τήν ὁμολογιακήν εὐθυξίαν τῶν Ὀρθοδόξων».

Δ. Ἡ Πατριαρχική Ἐγκύκλιος τοῦ 1952 ἰσχύει καί σήμερα, γιατί οὐδέποτε ἀνακλήθηκε ἀπό τό Πατριαρχεῖο ἔστω καί ἄν κάποιοι «ἄνευ συναινέσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου» τήν παραβιάζουν μερικές φορές ἤ τήν ἑρμηνεύουν συσταλτικά ὡς ἀφορώσα μόνο στή Θ. Λειτουργία !!!

Ε. Οἱ συμπροσευχές πού διεξάγονται εἶναι παραβιάσεις τῆς Πατριαρχικῆς ἐγκυκλίου γιά τίς ὁποῖες δέν εὐθύνεται τό Πατριαρχεῖο, διότι γίνονται ἀπό κληρικούς κατά τό πλεῖστον ἄλλων Ἐκκλησιῶν.

Στ. Στήν κανονική ἀπαγόρευση συμπροσευχῆς ἐντάσσεται καί ἡ συμπροσευχή μέ ἑτεροθρήσκους, συνεπῶς οἱ Κανόνες δέν ἀναφέρονται μόνο σέ συμμετοχή σέ Θ. Λειτουργία.

Ζ. Ἡ ἀπαγόρευσις τῆς συμπροσευχῆς δέ σημαίνει ὅτι συμπαρασύρει σέ ἀπαγόρευση καί τό διαθρησκειακό διάλογο.

Κατά τήν πατερική γραμματεία, τίς κανονικές διατάξεις, τούς ἔγκριτους ἑρμηνευτές, τήν ἐκκλησιαστική γραμματεία καί τή σύγχρονη θεολογική σκέψη, ἀκόμα καί κατ' αὐτόν τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, ἡ κανονική ἀπαγόρευση συμπροσευχῆς δέν ἀφορᾶ μόνο στή Θ. Λειτουργία, ἀλλά σέ ὁποιαδήποτε ἐκκλησιαστική προσευχή, τελετή καί ἀκολουθία, ὁπουδήποτε καί ἄν διεξάγονται ἀκόμα καί στά πλαίσια τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως («οἰκουμενικάς λατρευτικάς συνάξεις, κοινάς προσευχάς, λατρείας καί ἄλλας θρησκευτικάς τελετάς» κατά τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη).


 π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἄγ. Νικολάου Πατρῶν
(το παρόν είναι επεξεργασία των Ορθ.Απαντ. από εκτενέστερο άρθρο του π.Αναστασίου)

Πως προέκυψε η φράση "Κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα";


Στα 1830, σ' ένα χωριουδάκι της Κυνουρίας, στο Άστρος, παρουσιάστηκε ένας περίεργος άνθρωπος, που άρχισε να διαδίδει επίμονα ότι ήταν ο... Άγιος Παντελεήμονας, που ήρθε να σώσει τον κόσμο από τις διάφορες αρρώστιες, που τον μάστιζαν. Όπως ξέρουμε όλοι μας σχεδόν, ο πραγματικός Άγιος Παντελεήμονας είναι ο προστάτης των ανάπηρων και οι Χριστιανοί πιστεύουμε ότι γιατρεύει, εκτός από τις άλλες παθήσεις και τις παραμορφώσεις του σώματος, καθώς και τους τυφλούς. Ο άγνωστος, ωστόσο, του Άστρους δεν έκανε το παραμικρό θαύμα. Επειδή, όμως, δεν ενοχλούσε κανέναν με την παρουσία του, τον άφηναν να λέει ό,τι θέλει. Παρ όλ' αυτά, η φήμη πως στο όμορφο χωριό της Κυνουρίας παρουσιάστηκε ο Άγιος Παντελεήμονας, απλώθηκε γρήγορα σε όλη την τότε Ελλάδα. Όπως ήταν επόμενο, όσοι έπασχαν από τα μάτια τους, τ’ αφτιά τους, τα πόδια τους και από ένα σωρό άλλες ασθένειες, παράτησαν τα σπίτια τους και τις δουλειές τους και ξεκίνησαν να πάνε στο Άστρος, με την ελπίδα ότι θα γίνουν καλά. Κι ήταν τόσοι πολλοί αυτοί οι ανάπηροι, ώστε από τα διάφορα χωριά που περνούσαν, έλεγαν οι άλλοι που τους έβλεπαν: «Κουτσοί, στραβοί, στον Άγιο Παντελεήμονα».

Γιατί ο μόνος Ευαγγελιστής που αναφέρει την συγνώμη που ζήτησε ο σταυρωμένος ληστής από τον Χριστό είναι ο Λουκάς, ενώ ούτε ο Ματθαίος ούτε ο Ιωάννης, που ήταν και παρών στην σταύρωση , δεν το αναφέρει;

Τό γεγονός τῆς συσταύρωσης τῶν δύο ληστῶν μέ τό Χριστό ἀναφέρεται ἀπό τούς τρείς εὐαγγελιστές Ματθαῖο (27,38.44), Μάρκο (15,27-28) καί Λουκᾶ (23,32.39-42). Οἱ εὐαγγελιστές αὐτοί ὀνομάζονται «συνοπτικοί» καί τά εὐαγγέλιά τους, σ’ ἕνα μεγάλο μέρος τους, παρουσιάζουν ὁμοιότητες ὡς πρός τά γεγονότα πού ἐκθέτουν. Ἀντίθετα, τό κατά Ἰωάννην εὐαγγέλιο διαφέρει τῶν συνοπτικῶν, καθώς ἐπιμένει στήν παρουσίαση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί σέ ἱστορικές λεπτομέρειες πού δέν ἔχουν καθόλου ἀναφερθεῖ στά τρία παραπάνω εὐαγγέλια πού χρονικά προηγοῦνται. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ Ἰωάννης, καθώς εἶναι ὁ τελευταῖος χρονικά πού καταθέτει γραπτά τή μαρτυρία του, ἔχοντας ὑπόψη του τά ἄλλα τρία εὐαγγέλια, δίνει προτεραιότητα σέ πληροφορίες πού δέν ἔχουν καταγραφεῖ. Αὐτό δικαιολογεῖ τήν ἰδιαιτερότητα τοῦ εὐαγγελίου ὡς πρός τό περιεχόμενό του καθώς καί τήν ἀποσιώπηση τῆς παρουσίας τῶν ληστῶν, γιά τούς ὁποίους ἔχουν ἤδη γράψει οἱ προηγούμενοι εὐαγγελιστές.

Σχετικά μέ τήν πολύ εὔστοχη παρατήρησή σας, ὡς πρός τή λεπτομέρεια τῆς μετάνοιας τοῦ ληστῆ, πρέπει νά παρατηρήσουμε τά ἑξῆς: τόσο ὁ Ματθαῖος, ὅσο καί ὁ Μάρκος ἀπευθύνουν τό εὐαγγέλιό τους στούς ἐξ Ἰουδαίων χριστιανούς. Αὐτό πού ἐνδιαφέρει ἕναν Ἰουδαῖο εἶναι κυρίως κατά πόσον τά γεγονότα πού σχετίζονται μέ τό Χριστό ἔχουν προφητευτεῖ στήν Παλαιά Διαθήκη, ὥστε νά ἐπιβεβαιώνεται ἡ Μεσσιακή του ἰδιότητα. Τό γεγονός τῆς ἀναγνώρισης τῆς ἰδιότητας αὐτῆς τοῦ Χριστοῦ ἀπό ἕνα ὁμοεθνή ληστή, τούς ἐνδιαφέρει ἀπό λίγο ἕως καθόλου. Γι’ αὐτό ἄλλωστε καί ὁ Ματθαῖος καί ὁ Μάρκος παρουσιάζουν τή συσταύρωση ὡς πρακτική ἔκφραση τῆς γενικότερης ὑβριστικῆς ἐπίθεσης ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀκριβῶς καί ἐπινοήθηκε ἀπό τούς σταυρωτές, παραπέμποντας τούς Ἰουδαίους στήν ἐκπλήρωση τῆς γνωστῆς σ’ ἐκείνους προφητείας «καί μετά ἀνόμων ἐλογίσθη» (Ησ 53,12. βλ. Μρκ 15,28 καί Λκ 22,37).

Ἀντίθετα, τό κατά Λουκᾶν εὐαγγέλιο εἶναι ἐπιστολή πού ἀποστέλλεται στόν ἀξιωματοῦχο («κράτιστο») Θεόφιλο, πού ἀσφαλῶς ἔχει εἰδωλολατρικό παρελθόν. Ἔτσι, καταγράφονται κυρίως τά γεγονότα πού θά ἐνδιέφεραν καί θά μποροῦσαν νά ἐκτιμηθοῦν ἀπό κάποιον μέ ἀνάλογες ἀναζητήσεις. Ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό τοῦ εὐαγγελίου αὐτοῦ εἶναι ἡ προβολή τῆς συγχωρητικῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ: Ὁ Λουκᾶς εἶναι ὁ μόνος εὐαγγελιστής πού παραθέτει τήν θαυμάσια παραβολή τοῦ «εὐσπλάχνου πατρός» ἤ ἀλλιῶς τοῦ «ἀσώτου» (Λκ 15) καί τό περιστατικό τῆς μετάνοιας τοῦ Ζακχαίου (Λκ 19,1-10). Ἐπιπλέον, ὑπογραμμίζεται ἡ θυσιαστική ἀγάπη τοῦ Κυρίου πού προσφέρεται ὡς «ἱλασμός» στό βωμό τοῦ σταυροῦ γιά νά προσφέρει τή λύτρωση. Ἀποκορύφωμα καί ἀπόδειξη αὐτῆς τῆς λυτρωτικῆς του δύναμης εἶναι ἡ ἄμεση δυνατότητα εἰσόδου στόν παράδεισο, ὄχι σέ ἕναν δίκαιο ἄνθρωπο, ἀλλά στό συσταυρωμένο ληστή, ὁ ὁποῖος, μάλιστα, λίγο πρίν συμμετεῖχε στούς ὀνειδισμούς ἐναντίον τοῦ Λυτρωτῆ του.

Για τις "Ορθόδοξες Απαντήσεις"
Σοφία Χασιώτη, Δρ. Θεολογίας

Γιατί το Ισραήλ και όχι άλλος ο περιούσιος λαος; Μόνο το Ισραήλ πίστευε εκείνα τα χρόνια στο Θεό; Όλοι οι άλλοι λαοί είχαν διδαχθεί περί Θεού και τον είχαν απορρίψει;

Κατ’ αρχήν είναι ανάγκη να ξεκαθαρίσουμε την έννοια του «αγαπημένου» λαού. Το ότι ο Θεός χρησιμοποίησε ένα λαό στο σχέδιο της σωτηρίας της ανθρωπότητας δε σημαίνει ότι δεν αγαπούσε τους άλλους λαούς. Αντίθετα, χρησιμοποιεῖ ένα λαό για την «συστηματικότερη» εφαρμογή του σχεδίου της σωτηρίας όλων των άλλων. Μοιάζει με την προσπάθεια του καλλιεργητή που ξεχωρίζει κάποιο μικρό και προστατευμένο χώρο στο χωράφι του για να σπείρει και να καλλιεργήσει εκεί τα νέα φυτά, τα οποία αργότερα θα μεταφυτεύσει. Δε σημαίνει ότι στην πρώτη φάση της καλλιέργειας αγνοεί το υπόλοιπο χωράφι. Αντίθετα, πράττει έτσι για το καλό της σοδειάς. Κάπως έτσι κινείται και ο Θεός για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Η ιστορία, όμως, δεν αρχίζει με την επιλογή ενός λαού, αλλά με την επιλογή ενός προσώπου, του Αβραάμ, που εξαιτίας της πίστης του διακρίνεται μέσα από ένα ειδωλολατρικό περιβάλλον. Προηγουμένως, ο Θεός δεν «έκρυψε» τον εαυτό του από τους ανθρώπους. Όπως φαίνεται από τα πρώτα κεφάλαια της Γένεσης, οι άνθρωποι μετά την έκπτωσή τους από τον παράδεισο επιλέγουν να απομακρυνθούν από το Θεό, και μάλιστα επιδιώκουν –σε μια κίνηση αλαζονείας- το κτίσιμο ενός μοναδικού οικοδομήματος ως έμβλημα της δύναμής τους, το γνωστό πύργο της Βαβέλ που κατέληξε σε αποτυχία της ολοκλήρωσής του. Μετά από το περιστατικό με το Νώε και τον κατακλυσμό δεν παρουσιάζεται κανένα άλλο πρόσωπο στη Βίβλο που να έχει γνώση του αληθινού Θεού και η ανθρωπότητα φαίνεται να απομακρύνεται εντελώς από κοντά του. Έτσι ο Θεός επιλέγει τον ευλαβή ειδωλολάτρη Αβραάμ που κατοικεί στη Μεσοποταμία, στην πόλη Ούρ, μια πόλη ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα λόγω των σύγχρονων αρχαιολογικών ευρημάτων, και του αποκαλύπτεται. Ο Αβραάμ δεν είναι «Εβραίος». Δεν είναι καν παλαιστίνιος. (Η Ουρ απέχει εκατοντάδες χιλιόμετρα από την χώρα του Ισραήλ). Η ανταπόκρισή του στο κάλεσμα του Θεού τον κάνει να αφήσει την πατρίδα του και τους συγγενείς του. Ο γιος του Ισαάκ και ο εγγονός του Ιακώβ, που ονομάστηκε Ιούδας, είναι αυτοί που συνεχίζουν μια όμοια προσωπική σχέση με το Θεό. Μέχρι τότε το θέμα της αποκάλυψης του Θεού αφορά ουσιαστικά μία οικογένεια. Ο Ιουδαϊκός λαός, από απλή οικογένεια πού ήταν, διαμορφώνεται με το πέρασμα των χρόνων στο Αιγυπτιακό περιβάλλον, μετά την μετακόμιση του Ιακώβ με τα παιδιά του και τις οικογένειές τους εκεί. Με τη γνωστή ιστορία του Φαραώ και του Μωυσή, ο Εβραϊκός λαός αποκτά εθνική συνείδηση και υπόσταση μετά την απομάκρυνσή του από την Αίγυπτο, όταν αναζητά, με την καθοδήγηση του Θεού, πατρίδα.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν είναι σωστό να μιλούμε για «επιλογή» λαού που προϋπήρχε –οπότε αυτό πιθανόν να άφηνε περιθώρια υποτίμησης άλλων λαών- αλλά για «κατασκευή» νέου λαού που εξυπηρετεί το σχέδιο του Θεού. Για αυτό και ονομάστηκε «περιούσιος», ανήκει στο Θεό, αποτελεί κτήμα του. Εννοείται πως στο μεταξύ οι άνθρωποι είχαν τη δυνατότητα να εντάσσονται στο λαό αυτό, όπως π.χ. συνέβη με τη Ρουθ τη Μωαβίτισσα, που μάλιστα καταγράφηκε και στο γενεαλογικό δέντρο του Χριστού. Παρόλα αυτά, στην Παλαιά Διαθήκη είναι έντονο το στοιχείο της αναγνώρισης μεν της δύναμης του Θεού του Ισραήλ –όταν οι συγκυρίες φέρνουν τους λαούς κοντά, χωρίς αυτό να οδηγεί τους ειδωλολάτρες σε άρνηση της πίστης στους δικούς τους θεούς. Το θέμα αυτό, όμως, σχετίζεται κυρίως με την γενικότερη θρησκευτική αντιληπτική ικανότητα της ανθρωπότητας και την αντίστοιχη ωριμότητα των ανθρώπων της εποχής.

Για τις "Ορθόδοξες Απαντήσεις"
Σοφία Χασιώτη, Δρ. Θεολογίας

Τί είναι και τι συμβολίζει το "δέντρο της ζωής";

Το δέντρο τῆς ζωῆς, «ξύλο τῆς ζωῆς», ἀναφέρεται γιά πρώτη φορά στο Γεν 2,9 ὅπου γίνεται ἀναφορά σέ τριῶν εἰδῶν δέντρα τοῦ παραδείσου:
1ον ἐκεῖνα πού ἔχουν βρώσιμους καρπούς
2ον τό δέντρο πού θά συντελοῦσε στήν πνευματική αὔξηση τοῦ ἀνθρώπου (ἤ καί στήν ὁλοκληρωτική ἀποξένωσή του ἀπό τό Θεό) τό δέντρο τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ καί
3ον τό δέντρο πού θά τοῦ χάριζε τήν αἰώνια ζωή. Γιά τό ἴδιο δέντρο ὑπάρχει ἀναφορά στό Γεν 3,22.24

Οἱ περισσότεροι πατέρες συμφωνοῦν ὅτι πρόκειται γιά πραγματικά δέντρα πού ἐπιφορτίστηκαν μέ ἔνα ἐπιπλέον χαρακτηριστικό. Τό δέντρο τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ ἦταν πραγματικό δέντρο καί ὄχι συμβολισμός, πού παρεῖχε στόν ἄνθρωπο τήν ἀφορμή τῆς ὑπακοῆς ἤ ἀνυπακοῆς στήν ἐντολή τῆς νηστείας πού τοῦ εἶχε δοθεῖ. Κατά παρόμοιο τρόπο, γιά νά ἐνθαρρύνει καί νά ὑπενθυμίζει στούς πρωτόπλαστους τή δυνατότητα τῆς ἄμεσης μετοχῆς στήν ἀθανασία, ὑπῆρχε τό δέντρο τῆς ζωῆς.
Ὅπως παρατηρεῖ στήν ἑρμηνεία τῶν παραπάνω χωρίων ὁ μακαριστός π. Ἱωήλ Γιαννακόπουλος, δέν ἦταν ὁ καρπός τοῦ δέντρου πού θά παρεῖχε τήν ἀθανασία. Αἴτιο τῆς ἀθανασίας εἶναι μόνο ἡ θεία βουλή καί ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ πού θά δινόταν ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος καθιστοῦσε τόν ἑαυτό του (μέ τήν πνευματική ἄσκηση πού τοῦ παρεῖχε τό δέντρο τῆς γνώσης) ἕτοιμο νά δεχτεῖ τή θεία αὐτή δωρεά.
Ἡ εἰκόνα τοῦ «ξύλου τῆς ζωῆς» ἐπανέρχεται στήν Ἀποκάλυψη. Στο 2,7 ὁ καρπός του δίνεται πρός βρώση σ’ ὅποιον νικήσει καί ἐξασφαλίζει τή θεραπεία ὅλων τῶν ἐθνῶν στο 22,2.14. Ἐπειδή στό βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης ἡ γλῶσσα εἶναι συμβολική, ὅπως συμβαίνει γενικά μέ τόν προφητικό λόγο, θά εἶναι ἄστοχο ἑρμηνευτικά νά δοῦμε ἐκεῖ τό δέντρο τῆς ζωῆς κυριολεκτικά, ὅπως βέβαια καί ὅλη την περιγραφή τῆς ἄνω Ἰερουσαλήμ, ὡς πόλης γεμάτη ἀπό πολύτιμους λίθους. Ἀναμφίβολα πρόκειται γιά συμβολισμούς. Ἄλλωστε στήν Ἀποκάλυψη γενικά ἐπαναλαμβάνονται πολλές ἀπό τίς εἰκόνες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού βρίσκουν πιά τήν τελική τους πραγμάτωση.
Στή λατρευτική γλώσσα τό «ξύλο τῆς ζωῆς» συνδέθηκε μέ τό ξύλο τοῦ σταυροῦ πού ἔγινε πρόξενος καί πηγή ζωῆς καί σωτηρίας τῆς ἀνθρωπότητας. Εἰδικά στήν ὑμνογραφία, μέ ποιητικό τρόπο ἀντιπαρατίθεται ο Σταυρός ἔναντι τῆς παρακοῆς τοῦ Ἀδάμ. Ψάλουμε στα τροπάρια τῆς μεγάλης ἑβδομάδας «Διά ξύλου ὁ Ἀδάμ, παραδείσου γέγονε ἄποικος, διά ξύλου δέ σταυροῦ, ὁ ληστής παράδεισον ῳκησεν...», ἤ στό ἐξαπόστειλάριο τῆς Μ. Παρασκευῆς «... καμέ τῶ ξύλῳ τοῦ σταυροῦ, φώτισον καί σῶσον με» κ.α.

Για τις "Ορθόδοξες Απαντήσεις"
Σοφία Χασιώτη, Δρ. Θεολογίας

Κατά Ιωάννην κεφ. 21, 20-23 Ποιό το νόημα της περικοπής αυτής; (Κύριε, οὗτος δὲ τί; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σὺ ἀκολούθει μοι...)

Το πρωτότυπο κείμενο έχει ως εξής:
...τοῦτον ἰδὼν ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, οὗτος δὲ τί; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σὺ ἀκολούθει μοι. ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει· καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει, ἀλλ᾿ ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ.

Σε ερμηνεία Κολιτσάρα:
Αυτόν όταν τον είδε ο Πετρος, λέγει στον Ιησούν· “Κυριε, αυτός τι θα γίνη; Τι θα του συμβή στο μέλλον;” Λεγει ο Ιησούς στον Πετρον· “εάν εγώ θέλω να μένη αυτός εις την ζωήν, έως ότου θα έλθω πάλιν κατά την δευτέραν παρουσίαν, τι σε ενδιαφέρει αυτό; Τι έχεις να ωφεληθής από απόψεως πνευματικής, εάν μάθης τι θα γίνη με τον μαθητήν αυτόν; Συ ακολούθησέ με και φρόντισε δια τον εαυτόν σου, δι' αυτά που σου λέγω εγώ και που αφορούν εσέ”. Διαδόθηκε λοιπόν η φήμη αυτή μεταξύ των αδελφών, ότι ο μαθητής εκείνος δεν πεθαίνει. Και δεν είπεν στον Πετρον ο Ιησούς ότι ο μαθητής αυτός δεν πεθαίνει, αλλά εάν υποθέσωμεν, ότι θέλω να μένη αυτός εις την ζωήν, μέχρις ότου έλθω, αυτό τι ενδιαφέρει εσένα; Αυτός είναι ο μαθητής εκείνος, που δίδει την μαρτυρίαν δι' όλα αυτά και που τα έγραψεν στο Ευαγγέλιόν του. Και γνωρίζομεν καλά ότι είναι αληθινή η μαρτυρία του.

Κατά δύναμη τοποθέτηση:
Στήν περικοπή αὐτή (Ἰω 21,20-23) ὁ Πέτρος, παρορμητικός ὅπως πάντα, διακόπτει τίς προρρήσεις τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ γιά νά ρωτήσει τί θά ἀπογίνει μέ τόν Ἰωάννη, κινούμενος προφανῶς –κατά τόν ἱ. Χρυσόστομο- ἀπό ἐνδιαφέρον καί προστατευτικότητα ἔναντι τοῦ νεότερου συμμαθητῆ του. Αὐτό πού τονίζεται στήν ἑρμηνεία τοῦ Χρυσοστόμου, τήν ὁποία ἀκολουθοῦν καί οἱ μεταγενέστεροι ἑρμηνευτές, ὁ Κύριος δέ δίνει ἀπάντηση στό ἐρώτημα αὐτό τοῦ Πέτρου. Τό τί θά συμβεῖ στόν Ἰωάννη εἶναι κάτι πού δέν ἀφορᾶ τόν Πέτρο. Γι’ αὐτό καί ἀποκρίνεται μέ τήν ἐρώτηση: «Κι ἄν αὐτόν τόν θέλω νά μείνει μέχρι πού νά ξανάρθω, τί σ’ ἐνδιαφέρει ἐσένα; Ἐσύ ἀκολούθησέ με». Ὁ Κύριος ἐδώ δέν ὑπονοεῖ τίποτε περισσότερο ἀπό αὐτό πού λέει: Ἐσύ ἀκολούθησέ με καί μή σέ ἐνδιαφέρει γιά τούς ἄλλους. Ἡ ἀνθρώπινη ὅμως ἀδυναμία τοῦ νά ἑφευρίσκουμε καί νά ὑποψιαζόμαστε κρυμμένες ἔννοιες καί ὑπονοούμενα κατέλαβε καί τούς πιστούς τῆς ἐποχῆς καί ἔτσι διαδόθηκε ἀνάμεσά τους ἡ φήμη ὅτι ὁ Ἰωάννης δέ θά πεθάνει μέχρι τή δεύτερη ἔλευση τοῦ Κυρίου. Ποικίλες τέτοιες διαδόσεις καί «παραδόσεις» πού ἀφοροῦσαν δῆθεν «φαινομενικό θάνατο» τοῦ Ἰωάννη κυκλοφοροῦσαν καί τήν ἐποχή τῶν πατέρων, ἀλλά ἀντιμετωπίζονται ἀπό αὐτούς ὡς μυθώδη –καίτοι εὐλαβοφανῆ- κατασκευάσματα. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης ἀρνεῖται αὐτήν τήν ἑρμηνεία τῶν συγχρόνων του, παρατηρώντας ὅτι ὁ Χριστός «δέν εἶπε πώς δέ θά πεθάνει», παρά ἐννοοῦσε ὅτι αὐτό δέν ἐνδιαφέρει τόν Πέτρο.
Στήν ἴδια περικοπή ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας παραθέτει καί τήν ἑρμηνεία ὅτι ἡ ἑπόμενη ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, στήν ὁποία ἀναφέρεται ὁ Κύριος, εἶναι ἡ καταστροφή τῶν Ἰεροσολύμων, ὅπως προφητεύεται ἀπό τόν Ἴδιο. Ἔτσι, σύμφωνα μέ τήν ἑρμηνεία αὐτή, τά λεγόμενα τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦν πρόρρηση πού ἐπαληθεύεται ἀργότερα: ὁ Ἰωάννης πρόλαβε νά δεῖ τήν καταστροφή τῶν Ἰεροσολύμων το 70μ.Χ. κάτι πού δέν ζοῦσε νά τό δεῖ ὁ Πέτρος.
Παρά τή διαφοροποίηση τῆς τελευταίας ἑρμηνείας, οὐσιαστικά στήν πατερική γραμματεία ἀπαντᾶται ὁμόφωνη ἡ προσέγγιση ὅτι ὁ Κύριος δέν ὑπονοεῖ σέ καμία περίπτωση ὅτι ὁ Ἰωάννης θά ζήσει μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία. Ἀντίθετα, τό πόσο θά ζήσει ὁ καθένας, ἤ τί τέλος θά ἔχει, εἶναι κάτι πού ἀφορᾶ τόν ἴδιο τό Θεό καί σέ καμία περίπτωση δέν πρέπει νά ἀπασχολεῖ τόν Πέτρο καί τόν κάθε «Πέτρο». Αὐτό πού μόνο ζητᾶ ἀπό τόν μαθητή του, ὅπως καί ἀπό ὅλους μας, εἶναι νά πάψουμε νά ἐνδιαφερόμαστε γιά τούς γύρω μας καί νά ἐστιάσουμε τήν προσοχή μας στή προσωπική μας σχέση μαζί του: «Τί πρός σέ; Σύ ἀκολούθει μοι».

Για τις "Ορθόδοξες Απαντήσεις"
Σοφία Χασιώτη, Δρ. Θεολογίας

Τί εννοεί ο Απόστολος Παύλος όταν λέει : "εδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί;"

Πολλοί ερευνητές ασχολήθηκαν με το συγκεκριμένο χωρίο και έχουν προτείνει ποικίλες απαντήσεις που αφορούν κυρίως σωματικά προβλήματα. Ποικίλες ασθένειες προτάθηκαν από τους αρχαίους ερμηνευτές μέχρι σήμερα. Προτεστάντες, κυρίως, ερμηνευτές το συνέδεσαν με προβλήματα όρασης του αποστόλου καθώς το συσχέτισαν με το Γαλ 4,15 (εκεί πρόκειται για μια έκφραση που είναι συνήθης στους ανατολικούς λαούς για να δηλώσει προθυμία και ανιδιοτελή αγάπη, επειδή όμως είναι εντελώς ξένη για τους δυτικούς που γενικά κυριολεκτούν, προέκυψε η παρανόηση). Μάλιστα οι δυτικοί ερμηνευτές έφτασαν μέχρι του σημείου να κάνουν λόγο για πειρασμούς σαρκικής φύσης που δήθεν ταλαιπωρούσαν τον απόστολο.
Επειδή όλες οι ερμηνείες που αφορούν την υγεία του αποστόλου δεν έχουν κανένα σοβαρό αγιογραφικό έρεισμα και αποτελούν ευλαβείς (ενίοτε και ασεβείς) εικασίες, θα προτείναμε την ερμηνεία του αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που έχει ονομαστεί δικαίως και «στόμα του Παύλου». Σύμφωνα με τον ι. Χρυσόστομο, ο απ. Παύλος δεν ταλαιπωρούνταν από ασθένεια –άλλωστε πολύ λίγο θα τον ένοιαζε για τον εαυτό του. Η μόνιμη ταλαιπωρία του προκαλούνταν από τους Ιουδαϊζοντες «χριστιανούς». Οι τελευταίοι είχαν βάλει σκοπό της ζωής τους να σπείρουν ζιζάνια στο έργο του: ακολουθούσαν τα βήματά του και καλλιεργούσαν την αμφιβολία για την αξιοπιστία του κηρύγματός του στους εξ εθνών Χριστιανούς. Αυτό ήταν κάτι που εξουθένωνε τον απ. Παύλο, τον λυπούσε βαθύτατα και πικραινόταν κάθε τόσο από τον ταλανισμό των κατά τόπους εκκλησιών, τις οποίες με πόνο γεννούσε κατά Χριστόν (βλ. Α΄ Κορ 4,15). Μάλιστα, όλη η προς Γαλάτας επιστολή είναι γραμμένη ακριβώς για να στηρίξει το αποστολικό έργο του Παύλου και να απαντήσει στο καταστροφικό πνευματικά έργο των Ιουδαϊζόντων. Ακριβώς το ίδιο θέμα, της υπεράσπισης του αποστολικού αξιώματος (Β΄ Κορ 11) είναι που αναγκάζει τον απόστολο να μιλήσει για τις ιδιαίτερες εμπειρίες του και την «υπερβολή των αποκαλύψεων» στην Β΄ Κορ 12,1-6 οπότε και ακολουθεί το χωρίο που εξετάζουμε. Το ίδιο θέμα επανέρχεται αμέσως μετά ξεκάθαρα στο Β΄ Κορ 12,11 και εξής.

Για τις "Ορθόδοξες Απαντήσεις"
Σοφία Χασιώτη, Δρ Θεολογίας.

Η ύψωση του Τιμίου Σταυρού, το απολυτίκιο "Σώσον Κύριε τον λαόν Σου..." και η σημασία τους.

Οι ορθόδοξοι πιστοί τιμούμε με ιδιαίτερο τρόπο την αγία ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού του Κυρίου μας. Η ιερές ακολουθίες έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα, ενώ έχει θεσπισθεί αυστηρή νηστεία. Κατακλύζουμε του ιερούς ναούς προκειμένου να προσκυνήσουμε τον Τίμιο Σταυρό και να αντλήσουμε δύναμη και χάρη ουράνια από αυτόν. Παίρνουμε μαζί μας κλώνους βασιλικού ως ευλογία και τον εναποθέτουμε στα εικονίσματα ως ελιξίριο κατά του κακού. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η τιμή και η προσκύνηση του Σταυρού είναι προσκύνηση του Ίδιου του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας Χριστού και όχι ειδωλολατρική πράξη, όπως κακόβουλα μας κατηγορούν οι ποικιλώνυμοι αιρετικοί. Ο Σταυρός του Κυρίου μας είναι το καύχημά μας, το νικηφόρο λάβαρο κατά του μεγαλύτερου εχθρού μας, του διαβόλου, το αήττητο όπλο κατά του πολυπρόσωπου κακού. Με ένα στόμα και με μια καρδιά ψάλλουμε τον υπέροχο παιάνα - τροπάριο της μεγάλης εορτής: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου».
Το Ιερότερο σύμβολο του χριστιανισμού είναι ο Τίμιος Σταυρός, η σημαία και το λάβαρο της Εκκλησίας. Μία φορά ήταν όργανο θανατικής εκτελέσεως των κακούργων και των ατίμων, ξύλο καται­σχύνης και κατάρας.Από τότε όμως που επάνω σ' αυτόν πέθανε ο αναμάρτητος Σωτήρας του κόσμου, ο Σταυρός έγινε «τίμιον ξύλον». Από τότε το σχήμα του χαράσσεται πάνω στους τάφους των χριστιανών στις κατα­κόμβες και, μετά τους διωγμούς, στολίζει τα στέμματα των χριστιανών βασιλέων, υψώνεται επάνω στις εκκλησίες και παντού είναι το φυλακτό και το στολίδι των χριστιανών.
Γι' αυτό κάθε 14η Σεπτεμβρίου, που γιορτάζομε την εύρεση του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα από την Αγία Ελένη και την ύψωση του, ψάλλει η Εκκλησία:
«Σταυρός ο φύλαξ πάσης της οικουμέ­νης· Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας...»

Την θεολογικη σημασία της εορτής την βρίσκουμε στα τροπάρια της ημέρας. Από αυτά εκείνα του Εσπερινού και των αίνων είναι τα πιο μεστά σε νοήματα και πλουσιώτερα σε ποιητικές εξάρσεις Τα θεολογικά αυτά νοήματα συμπυκνώνει στους στίχους του το πρώτο απόστιχο του Εσπερινού του πλ. α’ ήχου:
"Χαίροις ο ζωηφόρος Σταυρός, της ευσέβειας το αήττητον τρόπαιον,η θύρα του Παραδείσου, ο των πιστών στηριγμός,το της Εκκλησίας περιτείχισμα, δι' ου εξηφάνισται,η φθορά και κατήργηται, και κατεπόθη του θανάτου η δύναμις,και υψώθημεν, από γης προς ουράνια.Όπλον ακαταμάχητον, δαιμόνων αντίπαλε, δόξα Μαρτύρων Οσίων,ως αληθώς εγκαλλώπισμα, λιμήν σωτηρίας, ο δωρούμενος τω κόσμω το μέγα έλεος
".

Το απολυτίκιο της ημέρας είναι το γνωστό σε όλους μας:
Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σον φυλάττων, δια του Σταυρού Σου, πολίτευμα.
Στο τροπάριο αυτό γίνεται λόγος για το ότι ο λαός ανήκει στον Θεό: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου». Επομένως, ο λαός δεν ανήκει στους άρχοντας, οι οποίοι δεν έχουν το δικαίωμα να τον διευθύνουν ως δικό τους κτήμα, ανεξάρτητα από τον Θεό.
Κληρονομία είναι η Εκκλησία, η μία, αγία, καθολική και αποστολική, που κρατά αμετάβλητα και αδιάλειπτα την διαδοχή, την διδασκαλία και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.
Η φράση “νίκας τοις βασιλεύσιν” εννοιολογικά αναφέρεται στους άρχοντας που ηγούνται του λαού. Βέβαια για λόγους ποιμαντικούς, ακριβώς επειδή έχει ταλαιπωρηθή ο ελληνικός λαός από παρεμβάσεις στα ενδότερα της εκκλησιαστικής ζωής και της λατρείας, μπορεί να γίνη αλλαγή κυρίως στο συγκεκριμένο τροπάριο, επειδή ψάλλεται σε κάθε αγιασμό, με την φράση “νίκας τοις ευσεβέσι”.
Επειτα, γίνεται λόγος για το πολίτευμα του Κράτους που προστατεύεται από τον Σταυρό: «και το σον φυλάττων διά του σταυρού Σου πολίτευμα». Πρόκειται για ένα πολίτευμα που στηρίζεται στον αποκαλυπτικό λόγο του Θεού, στο πολίτευμα του Σταυρού, δηλαδή στην αγάπη ως υπέρβαση της φιλαυτίας. Και το ερώτημα τίθεται καυτό: Το σύγχρονο πολίτευμα εμπνέεται από τον Σταυρό του Χριστού, δηλαδή από τον αγώνα υπερβάσεως του ατομικισμού και της ατομοκρατίας, ή είναι ένα πολίτευμα ατομικής ευδαιμονίας και ηδονοκρατίας με τις ποικίλες μορφές της;
Ακόμη στο τροπάριο αυτό γίνεται λόγος για βαρβάρους: «κατά βαρβάρων δωρούμενος». Ποιοι είναι αυτοί οι βάρβαροι; Το τροπάριο αυτό θέτει έναν βαθύ πολιτειακό προβληματισμό που δεν συνδέεται με την εξωτερική μορφή του πολιτεύματος, αλλά με τον τρόπο ζωής και πολιτείας τόσο των αρχόντων όσο και των αρχομένων.
(Πηγές : Εφημ. Το Βήμα Μητροπολιτης Ναυπάκτου Ιερόθεος, Ιερά Μητρόπολις Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού, περιοδικό «Πρόσβασης» τ.74, Λάμπρος Κ. Σκόντζος Θεολόγος)

Το γενέθλιο της Θεοτόκου. Υπάρχουν γραπτές προφητείες, προτυπώσεις για την Παναγία μας;

Με αυτή την ερώτηση μας δίνεται η αφορμή να πούμε το πόσο σημαντική είναι η Παλαιά Διαθήκη και πόσο λάθος έχουν όσοι υποτιμούν την αξία της και προσπαθούν να την υποβαθμίσουν. Η Καινή Διαθήκη προϋποθέτει την Παλαιά Διαθήκη. Δεν μπορεί να κατανοηθεί η Καινή χωρίς την Παλαιά.
Πόσες φορές ακούμε την φράση, «Ινα πληρωθή το ρηθέν»: Στην εκπλήρωση των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρεται αυτή η φράση και στην Καινή Διαθήκη χρησιμοποιείται αρκετές φορές. Ο ίδιος ο Χριστός μας τόνισε πολλές φορές την σημασία που ο Ιδιος δίνει στις γραφές, όπως εδώ:
είπε δε αυτοίς· ούτοι οι λόγοι ους ελάλησα προς υμάς έτι ων συν υμίν, ότι δει πληρωθήναι πάντα τα γεγραμμένα εν τω νόμω Μωϋσέως και προφήταις και ψαλμοίς περί εμού. (Λουκα κεφ 24, 44).
Άλλωστε και εμείς, στην καθημερινή μας προσευχή, στο σύμβολο της πίστεως, δεν λέμε: …και παθόντα και ταφέντα και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς. Το «κατά τας γραφάς» αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη. Και μόνο το γεγονός αυτό, το ότι δηλαδή εμπεριέχεται στο σύμβολο της πίστης μας η Παλαιά Διαθήκη, φτάνει.
Ο οποιοσδήποτε εξοβελισμός της Παλαιάς Διαθήκης, οδηγεί αυτόματα στις αρχαίες αιρέσεις των Καϊνιτών και του Μαρκιωνιτισμού.(αιρέσεις «γνωστικών» του 2ου αι. που ουσιαστικά απέρριπταν την Π. Διαθήκη)
Δείτε και εδώ
---

Από ομιλία του Καθηγουμένου της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Αρχιμ. Εφραίμ,στην Τράπεζα της Μονής με αφορμή την γέννηση της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου):

Ολόκληρο πλήθος από προεικονίσεις, προτυπώσεις και προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης σε Αυτήν αναφέρονται. Αποτελεί την αποκορύφωση, την ολοκλήρωση της παλαιοδιαθηκικής παιδαγωγικής προετοιμασίας της ανθρωπότητος για την υποδοχή του σαρκωθέντος Σωτήρος Θεού. Την Παναγία μας προεικόνιζαν η άφλεκτος βάτος στο όραμα του Μωυσή, οι θεόγραφες πλάκες και η κιβωτός του Νόμου, το ουράνιο μάννα και η χρυσή στάμνα, η λυχνία και η τράπεζα, η ράβδος Ααρών η βλαστήσασα, η κλίμακα του Ιακώβ, ο πόκος του Γεδεών, το αλατόμητον όρος του Δανιήλ, η κάμινος που με το πυρ δρόσιζε τους Τρεις Παίδες, αλλά και αυτά τα Αγια των Αγίων της σκηνής του μαρτυρίου. Η Θεοτόκος είναι το μεταίχμιο μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Για την Παλαιά αποτελούσε το κήρυγμα των προφητών, την προσδοκία των δικαίων· ενώ για την Καινή Διαθήκη γίνεται ο γλυκασμός των αγγέλων, η δόξα των αποστόλων, το θάρρος των μαρτύρων, το εντρύφημα των οσίων, το καύχημα του ανθρωπίνου γένους, γι' αυτό και μακαρίζεται από «πάσα γενεά».

Περιοδ. Πεμπτουσία τεύχος 21

Όμως να δούμε και μια ομιλία του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού όπου πολύ όμορφα αναφέρει τις προτυπώσεις της Παναγίας μας στην Παλαιά Διαθήκη. (από το www.enoriaka.gr)

Εσένα προεικόνισε η κιβωτός, γιατί Συ γέννησες τον Χριστό, τη σωτηρία του κόσμου, που καταπόντισε την αμαρτία και κατασίγησε τα κύματά της.
Εσένα προεικόνισε η βάτος, Εσένα είχαν επιγράψει προφητικώς οι θεοχάρακτες πλάκες, Εσένα προζωγράφισε η κιβωτός του νόμου και Σένα είχαν φανερά προτυπώσει η στάμνα η χρυσή και η λυχνία και η τράπεζα και η ράβδος του Ααρών που 'χε βλαστήσει.
Από Σένα προήλθε η φλόγα της θεότητος, το μέτρο και ο Λόγος του Πατρός, το γλυκύτατο και ουράνιο μάννα, το όνομα το απερίγραπτο και πάνω από όλα τα ονόματα, το φως το αιώνιο και απρόσιτο, ο άρτος της ζωής ο ουράνιος, ο καρπός που δεν γεωργήθηκε, αλλά βλάτησε από Σένα με σώμα ανθώπινο.
Εσένα δεν προμηνούσε το καμίνι που έβγαζε φωτιά και ταυτόχρονα δρόσιζε αλλά και έκαιγε κι ήταν αντίτυπο της θείας φωτιάς που μέσα Σου κατοίκησε;
Παρά λίγο όμως θα ξεχνούσα τη σκάλα του Ιακώβ. Τι δηλαδή; Δεν είναι φανερό σε όλους ότι Εσένα προεικόνιζε κι ήταν προτύπωσή Σου; Όπως ο Ιακώβ είχε δει τις άκρες της σκάλας να ενώνουν τον ουρανό με τη γη και να ανεβοκατεβαίνουν σ' αυτήν Άγγελοι, έτσι κι εσύ ένωσες αυτά που ήσαν πριν χωρισμένα, αφού μπήκες στη μέση Θεού και ανθρώπων κι έγινες σκάλα, για να κατεβεί σε μάς ο Θεός, που πήρε το αδύναμο προζύμι μας και το ένωσε με τον εαυτό Του κι έκανε τον ανθρώπινο νου που βλέπει τον Θεό.
Πού θα αποδώσουμε ακόμη τα κηρύγματα των Προφητών; Σ' Εσένα, αν θέλουμε να δείξουμε ότι είναι αληθινά! Γιατί, ποιο είναι το Δαβιτικό μαλλί του προβάτου που πάνω του έπεσε σαν βροχή ο Υιός του Θεού, που είναι συνάναρχος με τον Πατέρα; Δεν είσαι Συ ολοφάνερα;
Ποια είναι επίσης η Παρθένος, που ο Ησαϊας προορατικώς προφήτευσε ότι θα συλλάβει και θα γεννήσει Υιόν τον Θεό, που είναι μαζί μας;
Και ποιο είναι το βουνό του Δανιήλ, από το οποίο κόπηκε πέτρα, αγκωνάρι, ο Χριστός, χωρίς να υποκύψει σε ανθρώπινο εργαλείο;
Ας έρθει ο Ιεζεκιήλ ο θεϊκότατος κι ας δείξει πύλη που έχει κλειστεί και που πέρασε από μέσα της μόνο ο Κύριος και παραμένει κλειστή.
Εσένα, λοιπόν, κηρύττουν οι Προφήτες. Εσένα διακονούν οι Άγγελοι και υπηρετούν οι Απόστολοι.

Γιατί η Παναγία ονομάστηκε Μαρία;

Τι λέει η εκκλησιαστική γραπτή παράδοση;

Μ εμφανίζει τη Μαριάμ, αδελφή του προφήτου Μωϋσή, (βλέπε Έξοδ. κεφ. 15),
Α την προφήτιδα Άννα, μητέρα του Σαμουήλ (Α' Βασιλ. κεφ. 1),
Ρ την ωραιότατη Ραχήλ (Γένεσ. κεφ. 29),
Ι την ανδρειοτάτη Ιουδήθ (βλ. σχετ. βιβλίο)
Α τη φρονιμότατη Αβιγαία (Α' Βασιλ. κεφ. 25).

Ακόμα, όλα τα γράμματα της λέξεως Μαρία σημειώνουν την εξής σωτηριολογική φράση: "Μόνη Αύτη Ρύεται Ιού Απαντας Μισοκάλου" (ΜΑΡΙΑΜ).

άρα συνοψίζοντας:
Μ-αριάμ, για την αγνότητά της,
Ά-ννα(Θεία Χάρη), για την υπομονή της.
Ρ-αχήλ(αμνάδα), για την ομορφιά της,
Ι-ουδήθ, για την ανδρειοφροσύνη & την πίστη της,
Α-βιγαία(πηγή χαράς), για την ταπείνωση & τη σωφροσύνη της,

Ας δούμε όμως και μια μικρή ανάλυση από απόσπασμα άρθρου του Πρωτοπρ. ΚΩΝ. ΦΙΟΡΑΚΗ :
[...]
Το όνομα της Παναγίας μας είναι Μαρία. Στό όνομα της, κατά τρόπο παράδοξο, ενεργούν τρία κύρια στοιχεία. Η δύναμη, η σοφία, και η αγαθότητα. Το όνομα Μαρία λένε ορισμένοι Πατέρες, ότι προέρχεται από το εβραϊκό όνομα Άϊα,που σημαίνει Κύριος, εδώ Κυρία. Η Κυρία Θεοτόκος σαν μητέρα του Χριστού έχει,λένε, την τελειότητα της δυνάμεως, θεμέλιο της κυριότητος είναι η δύναμη, που κυριεύει πάντων των κτισμάτων σαν "η των ουρανών υψηλότερα και πάσης κτίσεως τιμιωτέρα...". Μην ξεχνούμε, ότι δεν ήταν καθόλου εύκολος ο ρόλος της και, μάλιστα, μέσα στα στενά όρια του χωριού της Ναζαρέτ. Αρραβωνιασμένη με τον Ιωσήφ βρίσκεται έγκυος. Φορτίο βαρύ, δυσκολίες ανείπωτες.Αλλά η όλη συμπόρευση της με τον Ιησού Χριστό την οδηγούν σε αρκετές δυσκολίες και δοκιμασίες, αποκορύφωμα των οποίων υπήρξε η πικρία του σταυρικού θανάτου του Υιού της. Όλα αυτά ήταν, ασφαλώς, καταστάσεις, που ήθελαν περισσή δύναμη. Η Μαρία οπλίστηκε από τον θεό με τέτοια δύναμη,η οποία ξεπερνούσε τα όρια της ανθρωπινής αντοχής,για να σηκώσει το φορτίο αυτό.Αλλά και ο ρόλος της σαν Μητέρας του Χριστού, αλλά και μητέρας όλου του κόσμου απαιτούσε σοφία. Το όνομα Μαρία ερμηνεύεται ως φωτισμός. Ο φωτισμός χρειάζεται την άνωθεν σοφία. Η λέξη σοφία ετυμολογείται από το "σώον φως", που είναι κατά τον Σολομώντα "απαύγασμα αϊδίου φωτός", γι' αυτό το όνομα Μαρία εμπεριέχει την τελειότητα της σοφίας. Ο Χριστός από το ύψος του Σταυρού μας την κληροδότησε ακριβή μας μητέρα. Να θυμηθούμε, ότι από το ύψος του Σταυρού Του είπε τις γεμάτες νόημα λέξεις, όπως τις σημειώνει ο ευαγγελιστής και που δείχνουν τον καινούργιο ρόλο της σαν Μητέρα μας: "Ιησούς ουν ιδών την μητέρα και τον μαθητήν παρεστώτα όν ηγάπα, λέγει τη μητρίαυτού· γύναι, ίδε ο υιός σου, είτα λέγει τω μαθητή· ίδε η μήτηρ σου" (Ιωάν. 19, 26-27). Τέλος, το όνομα Μαρία ερμηνεύεται, σαν πέλαγος. Ο άγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων σημειώνει, ότι στη λατινική γλώσσα η θάλασσα ονομάζεται mare και το πέλαγος marea. To πέλαγος και, γενικά, η θάλασσα αποτελούν σύμβολο της αγαθότητας και της χάριτος του θεού. Την αγαθότητα έχει στην καρδιά της η Παναγία, η οποία, παρά την πίκρα, που της προξενεί το πλήθος των αμαρτιών μας, προστρέχει στη κάθε μας ανάγκη.Με το να λάβει, λοιπόν,η Παναγία το όνομα Μαρία, πήρε και όσα σήμαινε το όνομα αυτό. Δύναμη για να γίνει η Μητέρα του θεού και στη συνέχεια η Μητέρα ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους. Σοφία χρειάζεται, για να μπορεί να ενώνει και να συμφιλιώνει τα ουράνια με τα επίγεια. Αγαθότητα, ώστε με τις πνευματικές της δωρεές και χάριτες να μεταδίδει σε όλα τα κτίσματα, ουράνια και επίγεια την αγαθότητα του Υιού και θεού της.Με τα γράμματα, που συνιστούν τη λέξη Μαρία, υποδηλώνονται και κάποια άλλα χαρακτηριστικά γυναικεία ονόματα της Παλαιάς Διαθήκης με σημαίνοντα ρόλο στο σχέδιο του θεού, αλλά και συμβολικά κατηγορήματα σωτηριολογικού περιεχομένου. Έτσι στο Μ εμφανίζει τη Μαριάμ, αδελφή του προφήτου Μωϋσή, (βλέπε Έξοδ. κεφ. 15), στο Α την προφήτιδα Άννα, μητέρα του Σαμουήλ (Α' Βασιλ. κεφ. 1), στο Ρ την ωραιότατη Ραχήλ (Γένεσ. κεφ. 29), στο Ι την ανδρειοτάτη Ιουδήθ (βλ. σχετ. βιβλίο) και στο Α τη φρονιμότατη Αβιγαία (Α' Βασιλ. κεφ. 25). Ακόμα, όλα τα γράμματα της λέξεως Μαρία σημειώνουν την εξής σωτηριολογική φράση: "Μόνη Αύτη Ρύεται Ιού Απαντας Μισοκάλου" (ΜΑΡΙΑΜ).Η Παναγία μας δείχνει τη μεταμορφωτική πορεία μας μέσα στο χώρο της Εκκλησίας. Όλα εκφράζουν τη βεβαιότητα, ότι η Μητέρα του Χριστού και δική μας Μητέρα είναι το κέντρο όλης της δημιουργίας. Το πρόσωπο με το οποίο εκφράζεται όλος ο κόσμος του θεού, ως ο τύπος και η απαρχή της αγιασμένης κτίσεως και μεσιτεύει διηνεκώς για όλους μας και ενεργεί για τη σωτηρία των ανθρώπων. Είναι "η κόσμον ευλογούσα, τα σύμπαντα αγιάζουσα· τοις κάμνουσιν άνεσις, τοις πενθούσι παράκλησις, τοις νοσούσιν ίασις, τοις χειμαζομένοις λιμήν, τοις αμαρτάνουσιν άφεσις, τοις λυπουμένοις ευμενές παραμύθιον, πάσι τοις αιτούσι ετοίμη βοήθεια". (Δαμασκηνός).

Τι είναι η αρχή της Ινδίκτου; Γιατί "ξεκινάει" το εκκλησιαστικό έτος τότε; (1 Σεπτεμβρίου)

Ο των αιώνων Ποιητής και Δεσπότης, Θεέ των όλων, υπερούσιε όντως, την ενιαύσιον ευλόγησον περίοδον, σώζων τω ελέει σου τω απείρω, Οικτίρμον, πάντας τους λατρεύοντας σοι τω μόνω Δεσπότη, και εκβοώντας φόβω Λυτρωτά· Εύφορον πάσι το έτος χορήγησον.

1η Σεπτεμβρίου: ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ (δηλαδή αρχή του νέου Εκκλησιαστικού έτους). Για την περίπτωση αυτή, ό Σ. Εύστρατιάδης στο Αγιολόγιο του, γράφει τά έξης: "Λέξις λατινική (indictio) όρισμόν σημαίνουσα καθ' όν κατά δεκαπενταετή περίοδον έπληρώνοντο εις τους αυτοκράτορας των Ρωμαίων οι φόροι. Κατά την εκκλησιαστικήν παράδοσιν, την αρχήν της ίνδικτιώνος είσήγαγεν ό Αύγουστος Καίσαρ (1 -14), ότε διέταξε την γενικήν των κατοίκων του Ρωμαϊκού κράτους απογραφήν και την είσπραξιν των φόρων, κατά την πρώτην του Σεπτεμβρίου μηνός. Από του Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) έγένετο επισήμως χρήσις της Ινδικτιώνος ως χρονολογίας, έκτοτε δε ή εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως μέχρι του νυν εορτάζει την α' Σεπτεμβρίου ως αρχήν του εκκλησιαστικού έτους. "Ινδικτον ημιν ευλόγει νέου χρόνου, ώ και παλαιέ και δι' ανθρώπους νέε".

Η Ινδικτιώνα είναι ένας γενικότερος τρόπος μέτρησης του χρόνου ανά 15ετίες με αφετηρία τη γέννηση του Χριστού ή για την ακρίβεια από το 3 π.Χ.
Η 1η Σεπτεμβρίου, η αρχή του εκκλησιαστικού έτους, αποτελεί την αρχή της Ινδίκτου. Τότε τελείται η ακολουθία της Ινδίκτου σε συνδυασμό με τη θεία λειτουργία για την ευλογία του εκκλησιαστικού έτους.
Αρχικά υπήρχε η Αυτοκρατορική Ίνδικτος ή Καισαρική Ινδικτιώνα που μάλλον εισήχθη από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Εκαλείτο επιπλέον Κωνσταντινική ή της Κωνσταντινουπόλεως ή Ελληνική. Παράλληλα υπήρχε και η Παπική Ινδικτιώνα.


Η 1η Σεπτεμβρίου καθορίστηκε ως αρχή της εκκλησιαστικής χρονιάς ως εξής:
Στην περιοχή της Ανατολής τα περισσότερα ημερολόγια είχαν ως πρωτοχρονιά την 24η Σεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας. Επειδή όμως η 23 η ήταν η γενέθλια ημέρα του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού, η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, η οποία και καθορίστηκε ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή της περιόδου του ρωμαϊκού διατάγματος για τον φόρο που ίσχυε για 15 έτη. Έτσι Ίνδικτος κατάντησε να σημαίνει αργότερα το έτος και αρχή της Ινδίκτου την Πρωτοχρονιά. Αυτή την Πρωτοχρονιά βρήκε η Εκκλησία και της έδωσε χριστιανικό περιεχόμενο, αφού τοποθέτησε σ' αυτήν την εορτή της συλλήψεως του Προδρόμου, που αποτελεί και το πρώτο γεγονός της Ευαγγελικής Ιστορίας.
Αργότερα, το 462 μ. Χ.., για πρακτικούς λόγους και για να συμπίπτει η πρώτη του έτους με την πρώτη του μηνός, η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1 η Σεπτεμβρίου. Διευκρινίζεται ότι η πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου έχει Ρωμαϊκή προέλευση και ήρθε στην Ορθόδοξη Ανατολή κατά τα νεότερα χρόνια. Η εκκλησιαστική ακολουθία για το νέο έτος τελείται την 1 η Σεπτεμβρίου, μια ακολουθία απαράμιλλου κάλλους ως προς το υμνογραφικό υλικό.
Σημειωτέον ότι πριν από λίγα χρόνια η Εκκλησία μας όρισε την 1η Σεπτεμβρίου ως ημέρα αφιερωμένη στο φυσικό περιβάλλον.

Άπολυτίκιον. Ήχος β'.Ό πάσης Δημιουργός της κτίσεως, ό καιρούς και χρόνους εν τη Ίδία εξουσία θέμενος, ευλόγησαν τον στέφανον, του ενιαυτού της χρηστότητας σου, Κύριε, φυλάττων εν ειρήνη τους βασιλείς και την πάλιν σου, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.


Πηγές:
http://www.pigizois.net/sinaxaristis/09/01_09.htm
http://www.cc.uoa.gr/fasma/E_Danezis/scientific_articles/sa46.htm
εφημ. "ΠΡΟΟΔΟΣ"

Είναι σωστό να φτιάχνουμε Φανουρόπιτα στην μνήμη του Αγίου Φανουρίου;

Προσφορά Φανουρόπιτας

Είναι ένα λαϊκό έθιμο σχετικά πρόσφατο που έχει γίνει πλέον πανελλήνιο
Η πίτα του Αγίου Φανουρίου είναι μια νηστίσιμη πίτα που φτιάχνεται στην μνήμη του Αγίου (27/08) και προσφέρεται στους πιστούς ως ευλογία.
Σίγουρα είναι ένα έθιμο που ξεκίνησε από μια ευλαβική χειρονομία των πιστών (κυρίως από το γυναικείο φύλλο και το όνομα του έχει συνδεθεί με την εύρεση απολεσθέντων αντικειμένων αλλά και προσώπων) και δεν νομίζουμε ότι υποκρύπτει κάτι το αντικανονικό ή το άσχημο. Άλλωστε αν επρόκειτο για κάτι το οποίο αλλοίωνε την λατρευτική τάξη και ήταν αντίθετο με την εκκλησιαστική μας παράδοση, η εκκλησία είχε τον χρόνο και τον τρόπο να το διορθώσει και να το αποτρέψει. Βεβαίως προτιμητέο θα ήταν τα κίνητρα και οι εκδηλώσεις να ήταν περισσότερο πνευματικού χαρακτήρα αλλά στο χέρι μας είναι να έχουμε και πνευματική ωφέλεια. Μπορούμε για παράδειγμα να φτιάξουμε εμείς την πίτα και όχι να την αγοράσουμε έτοιμη, να μάθουμε το απολυτίκιο του Αγίου και τον βίο του, να συμμετέχουμε ενεργά στις ακολουθίες που γίνονται προς τιμή του Αγίου και να μην μένουμε μόνο στην προσφορά της φανουρόπιτας.
Άλλωστε ο Άγιος, αυτό είναι που θέλει από εμάς, την ειλικρινή συμμετοχή μας και την προσευχή μας, έτσι ώστε να μεσιτεύει όπως και κάθε Άγιος στον Χριστό, για την σωτηρία της ψυχής μας και αν κάτι θέλουμε οπωσδήποτε να μας φανερώσει, αυτό ας είναι ο σωστός δρόμος που θα μας οδηγήσει στην αιώνια βασιλεία Του. Αμήν.

Απολυτίκιο Αγίου Φανουρίου
Ουράνιον εφύμνιον εν γη τελείται λαμπρώς, επίγειον πανήγυριν νυν εορτάζει φαιδρώς, Αγγέλων πολίτευμα, άνωθεν υμνωδίαις, εφημούσι τους άθλους, κάτωθεν Εκκλησία, την ουράνιον δόξαν, ην ευρες πόνοις και άθλοις τοις σοις, Φανούριε ένδοξε.

Το πανάγιο σκήνωμα της Θεοτόκου τι απέγινε;

Στο χωριό Γεθσημανή, στο μέσο μιας χαράδρας, μεταξύ του όρους Μόριον και του όρους των Ελαιών, μέσα σ’ ένα λαξευτό τάφο, ενταφιάστηκε το πανάγιο σκήνωμα της Θεοτόκου.
Ο απόστολος Θωμάς ΚΑΙ σε αυτή την περίσταση απουσίαζε από την σύναξη των άλλων αποστόλων. Κατά την ιστορία, την οποία βεβαιώνει η παράδοση, έφτασε μετά από τρεις μέρες και παρακάλεσε τους άλλους Αποστόλους να τον συνοδεύσουν ως τον τάφο, για να προσκυνήσει το άγιο σώμα της Θεοτόκου. Έτσι κι έγινε, αλλά όταν άνοιξαν τον τάφο, μεγάλη κατάπληξη και θαυμασμός τους κυρίευσε όλους. Το σώμα έλειπε και στο μνήμα κείτονταν μόνο το σεντόνι που είχαν τυλίξει το σώμα της Παναγίας. Η Παναγία αναστήθηκε και σωματικά αναλήφθηκε από την γη στους ουρανούς.

Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου θεσπίστηκε κατά τον έκτο (ς’) αιώνα επί αυτοκράτορα Μαυρικίου

Ποιά περίοδο του έτους έγινε η μεταμόρφωση του Χριστού και γιατί εορτάζεται στις 6 Αυγούστου από την εκκλησία μας;

Η Μεταμόρφωση του Χριστού επάνω στο όρος Θαβώρ έγινε λίγο προ του Πάθους Του, και συγκεκριμένα σαράντα ημέρες πριν πάθει και σταυρωθεί. Άλλωστε, ο σκοπός της Μεταμορφώσεως ήταν να στηριχθούν οι Μαθητές στην πίστη ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού και να μη κλονισθούν για όσα θα έβλεπαν τις ημέρες εκείνες. Στα τροπάρια της Εκκλησίας φαίνεται αυτή η αλήθεια.Σε ένα ψάλλουμε: «Προ του τιμίου σταυρού σου και του πάθους, λαβών ους προέκρινας των ιερών μαθητών προς το Θαβώριον Δέσποτα, ανήλθες όρος».
Και στο Κοντάκιο της εορτής λέγεται: «...ίνα όταν σε ίδωσιν σταυρούμενον το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι συ υπάρχεις αληθώς του Πατρός το απαύγασμα».
Επομένως, κανονικά η Μεταμόρφωση του Χριστού έπρεπε να εορτάζεται τον μήνα Μάρτιο, ανάλογα με το πότε εορτάζεται κάθε χρόνο το Πάσχα. Επειδή, όμως, ο χρόνος αυτός συμπίπτει με την περίοδο της Τεσσαρακοστής και δεν θα μπορούσε να εορτασθεί πανηγυρικά, γι' αυτό η εορτή μεταφέρθηκε την 6ην Αυγούστου. Η ημερομηνία αυτή δεν είναι τυχαία, αφού προηγείται σαράντα ημέρες από την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβίου), η οποία είναι σαν την Μ. Παρασκευή.
[...]
Ουσιαστικά όταν κάνουμε λόγο για Μεταμόρφωση εννοούμε ότι έδειξε την δόξα της θεότητός Του, που την κρατούσε αφανή στο φαινόμενο σώμα, επειδή οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να την αντικρύσουν.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα πει ότι ο Χριστός δεν έδειξε ολόκληρη την θεότητα, αλλά μια μικρή ενέργειά της. Και αυτό ο έκανε αφ' ενός μεν για να πληροφορήσει για το ποια είναι η θεϊκή δόξα της Βασιλείας, αφ' ετέρου δε από φιλανθρωπία, ώστε να μη χάσουν και την ζωή τους ακόμη, βλέποντας ολόκληρη την δόξα της θεότητος. Γι' αυτό, το μυστήριο της Μεταμορφώσεως είναι και αποκάλυψη της Βασιλείας, αλλά και έκφραση της αγάπης και της φιλανθρωπίας του Θεού.

Από το βιβλίο «Οι Δεσποτικές Εορτές»
Μητροπολίτου Ναυπάκτου Βλασίου Ιεροθέου

Τί είναι η "πρόοδος" του Τιμίου Σταυρού και γιατί εορτάζεται κατά την 1η Αυγούστου;

Η πρόοδος του Τιμίου Σταυρού (1 Αυγούστου).

Πρόκειται για εορτή που συμπίπτει με την πρώτη ημέρα της νηστείας της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και θεσπίστηκε σε ανάμνηση της απαλλαγής των Βυζαντινών, με τη βοήθεια του Τιμίου Σταυρού, από την επιδρομή των Σαρακηνών επί της εποχής του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Στην Κωνσταντινούπολη κατά την εορτή αυτή γινόταν λιτάνευση (πρόοδος) του Τιμίου Σταυρού.
Ο Σ. Ευστρατιάδης για το γεγονός αυτό γράφει τα έξης: «Κατά την ημέραν ταύτην εξήγετο εκ του σκευοφυλακίου της μεγάλης εκκλησίας ο τίμιος σταυρός, περιήγετο ανά την πόλιν και εξετίθετο εις διαφόρους ναούς προς προσκύνησιν και αγιασμόν των πιστών και πάλιν απετίθετο εις το σκευοφυλάκιον».

Με την ευκαιρία αναφέρουμε επιγραμματικά και τις υπόλοιπες εορτές αφιερωμένες στον Τίμιο Σταυρό:
α) Εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρου (14 Σεπτεμβρίου)
β) Εορτή της Σταυροπροσκυνήσεως (Κυριακή Γ’ Νηστειών).
γ) Μνήμη του εν ουρανώ φανέντος σημείου του Τιμίου Σταυρού (7 Μαΐου) την εποχή του Κωνστάντιου (337-361), γιου του Μ. Κωνσταντίνου.
δ) Τέλος αφιερωμένες στον Τίμιο Σταυρό, (όλο το έτος), είναι δύο ημέρες της εβδομάδας, η Τετάρτη και η Παρασκευή.

Απροϋπόθετον ή εμπροϋπόθετον της Σαρκώσεως. (Ο Λόγος του Θεού θα εσαρκούτο, αν δεν αμάρτανε ο άνθρωπος;)

Αυτό είναι ένα θεωρητικό ερώτημα στο οποίο εμείς δεν μπορούμε να δώσουμε απάντηση. Η θεία αποκάλυψη επίσης δεν μας ομιλεί σχετικά. Έτσι μπορούμε να κάνουμε μόνο θεολογική σκέψη και να εκφέρουμε γνώμη, χωρίς να δεσμευόμαστε δογματικά. Θα είχαμε ένα θεολογούμενο.

Στη Θεολογία το ερώτημα είναι γνωστό ως «εμπροϋπόθετη» ή «απρουπόθετη» Σάρκωση του Λόγου: Cur Deus Homo. (Γιατί ο Θεός –έγινε- άνθρωπος;)

Η «εμπροϋπόθετη» Σάρκωση του Λόγου, σημαίνει ότι ο λόγος έγινε άνθρωπος, για ένα συγκεκριμένο σκοπό τη λύτρωση του ανθρώπινου γένους από την φθορά της αμαρτίας και τον αιώνιο πνευματικό θάνατο. Προϋπόθεση της θείας ενανθρωπήσεως, ήταν η παρουσία της αμαρτίας.

Η «απροϋπόθετη» Σάρκωση σημαίνει ότι ο Λόγος θα εσαρκούτο ασχέτως από την πτώση στην αμαρτία. Είτε δηλαδή αμάρτανε ο Αδάμ είτε όχι, ο Υιός του Θεού, θα γινόταν άνθρωπος. Για ποιο λόγο; Για συμπληρωθεί έτσι, να στεφανωθεί το έργο της Δημιουργίας, να μπει πράγματι ο άνθρωπος στο Θεό και ο Θεός στον άνθρωπο, να θεοποιηθεί η σάρκα του κόσμου στο θεανθρώπινο μυστήριο.

Ποια από τις δύο αυτές θεωρίες είναι η πιο σωστή; Η πρώτη η «εμπροϋπόθετη», κατά την κρίση μας ανταποκρίνεται περισσότερο στα δεδομένα της θείας αποκαλύψεως και τη δογματική παράδοση της Εκκλησίας. Ότι ο Χριστός έγινε άνθρωπος για να λυτρώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, είναι δίδαγμα μυριόλεκτο στην Αγία Γραφή. Σάρκωση, πάθος, ανάσταση είναι οι κύριες στιγμές του Λυτρωτικού έργου του Χριστού, τα οποία φυσικά θα ήταν αδιανόητα σε περίπτωση που ο άνθρωπος έμενε πιστός στο θέλημα του Θεού. Κατόπιν το ιερό Σύμβολο της Πίστεως, λέγει κατηγορηματικά: «Τον δι ημάς του ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν, κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα». Αλλά και στη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, η εμπροϋπόθετη θεωρία της σαρκώσεως, βρίσκεται στο κέντρο της διδασκαλίας τους. Η απροϋπόθετη θεωρία κατέχει κάποια θέση στη θεολογική γραμματεία της αρχαίας Εκκλησίας (ιερός Μάξιμος ο Ομολογητής κ.α.), αντιπροσωπεύουν ένα αρκετά ενδιαφέρον ρεύμα θεολογικής σκέψεως, το οποίο και σήμερα πολλοί ορθόδοξοι θεολόγοι, (κυρίως Σλάβοι) υιοθετούν. Δεν είναι όμως το επικρατούν στοιχείο στην ορθόδοξη περί σαρκώσεως του Λόγου αντίληψη.

Η ένωση του Θεού με τον άνθρωπο και η θέωση του τελευταίου θα γινόταν σε κάθε περίπτωση, είτε λάμβανε σάρκα ο Υιός του Θεού, είτε όχι. Αυτός ήταν άλλωστε ο σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου, να γίνει «καθ’ομοίωσιν» Θεού. Αυτό θα συνέβαινε αν δεν αμάρτανε ο άνθρωπος οπότε η σάρκωση του Λόγου θα ήταν εκ των πραγμάτων περιττή. Βέβαια τη φύση της θεώσεως αυτής δεν μπορούμε να κατανοήσουμε, όπως την βλέπουμε να συντελείται στο θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού. Όμως θα γινόταν –υποθετικά πάντα μιλάμε- όπως θα την είχε θελήσει και προγραμματίσει ο άγιος Θεός. Μυστήριο δηλαδή μέγα!

(Ανδρέου θεοδώρου (+) , Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά. Αποστολική Διακονία, έκδοση Γ', 2006)

Τί είναι η Επιλύχνιος Ευχαριστία (Φως Ιλαρόν);

Φως ιλαρόν
Φως ιλαρόν άγίας δόξης αθανάτου Πατρός, ουρανίου, άγίου, μάκαρος, Ιησού Χριστέ, ελθόντες επί την ήλίου δύσιν, ίδόντες φως εσπερινόν υμνούμεν Πατέρα, Υίόν και Άγιον Πνεύμα, Θεόν. Άξιον σε εν πάσι καιροίς υμνείσΘαι φωναίς αισίαις, Υιέ Θεού, ζωήν ο διδούς διό ο κόσμος σε δοξάζει.

Κύριε 'Ιησού Χριστέ, πού είσαι το γλυκό φως τής αγίας δόξας του αθανάτου, του ουρανίου, του αγίου, του μακάριου Πατέρα σου, τώρα πού φτάσαμε στη δύση του ήλιου και είδαμε το εσπερινό φως, υμνούμε τον Πατέρα, εσένα τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τον ένα Θεό. Πρέπει σε κάθε ώρα και στιγμή να σε υμνούμε με καθαρές ψυχές και χαρούμενες φωνές, Υιέ Θεού, γιατί εσύ δίνεις τη ζωή και γι' αυτό ο κόσμος σε δοξάζει.

Επιλύχνιος Ευχαριστία (Φως Ιλαρόν)

Η Επιλύχνιος Ευχαριστία (Φως Ιλαρόν) είναι αρχαίος ύμνος, που συνδέθηκε με την ακολουθία του Εσπερινού από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Η ύπαρξη του ύμνου αυτού μαρτυρείται ήδη από τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Μάλιστα, ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται στην ύπαρξή του και τον χαρακτηρίζει ως «αρχαίαν φωνήν». Από τη μαρτυρία αυτή συνάγεται, ότι η Επιλύχνιος Ευχαριστία απηχεί λατρευτική παράδοση πολύ αρχαιότερη του 4ου μ.Χ. αιώνος. Η σύνθεση του ύμνου αποδίδεται στον μάρτυρα Αθηνογένη, ο οποίος, κατά την παράδοση, τον εκφώνησε, την ώρα που τον οδηγούσαν στο μαρτύριο. Ο ύμνος, με ποιητική γλώσσα, απευθύνεται προς το Χριστό, τον οποίο και ονομάζει Φως Ιλαρόν. Το Ιλαρόν, όμως, αυτό Φως, είναι διαφορετικό, ως προς τη φύση Του, από το κτιστό φως του ήλιου, γιατί είναι το «(Φως) της Αγίας Δόξης του Αθανάτου, Ουρανίου και Μάκαρος Θεού Πατρός». Σε αυτό το Άκτιστο Φως της Αγίας Δόξης, που είναι ο Χριστός, ανάγουν οι χριστιανοί λατρευτικά το νου και την καρδιά τους, κάθε φορά, που, «επί την ηλίου δύσιν», βλέπουν το «εσπερινόν φως» του φυσικού ήλιου, και μέσα από αυτή τη μυσταγωγική αναγωγή αισθάνονται την ανάγκη να υμνήσουν «Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Θεόν». Ο επίλογος του ύμνου, απευθυνόμενος, όπως και ο υπόλοιπος ύμνος, προς το Χριστό, δικαιολογεί την πνευματική αυτή αντίδραση των χριστιανών στη θέα του εσπερινού φωτός, γιατί «...Άξιον Σε εν πάσι καιροίς υμνήσθαι φωναίς οσίαις, Υιέ Θεού, ζωήν ο διδούς, διό ο κόσμος Σε δοξάζει».

Περί της αστρoλoγίας και τα μέντιoυμ.

1.Тι είναι η αστρoλoγία;

Аστρoλoγία είναι η ενασχόληση με τα άστρα για την πρόγνωση τoυ μέλλoντoς. Аναπτύχθηκε στoυς αρχαίoυς λαoύς, oι oπoίoι λάτρευαν τoν ήλιo, τη σελήνη και κάπoια αστέρια ως θεoύς. Υπήρχαν καλά και κακά αστέρια. Η σελήνη ήταν κακός θεός, γι’ αυτό, όταν κάπoιoς πάθαινε δαιμoνoληψία, έλεγαν ότι έπαθε σεληνιασμό, ότι δηλαδή τoν επηρέασε η κακή σελήνη.

Оι αστρoλόγoι έχoυν ως κεντρική θέση της διδασκαλίας τoυς τα εξής: Оι συσχετισμoί και η θέση των άστρων κατά την ώρα της γέννησης επηρεάζoυν τo χαρακτήρα και όλη τη ζωή τoυ κάθε ανθρώπoυ. Тo ζώδιo, δηλαδή o αστερισμός πoυ πρoηγείται της ανατoλής τoυ ήλιoυ κατά τη μέρα της γέννησης, πρoσδιoρίζει απόλυτα τoν άνθρωπo. Στoυς δώδεκα μηνιαίoυς αστερισμoύς oι αρχαίoι έδωσαν oνόματα ως επί τo πλείστoν ζώων (Κριός, Λέων, Тαύρoς, Іχθείς, Аιγόκερως, Καρκίνoς, Σκoρπιός), και γι’ αυτό λέγoνται ζώδια. Σήμερα oι αστρoνόμoι ισχυρίζoνται πως υπάρχει και 13oς αστερισμός. Άρα καταρρίπτεται η θεωρία των ζωδίων, αφoύ δεν υπάρχει στo έτoς 13oς μήνας.

Аνάλoγα με τo ζώδιo τoυ καθενός, τη θέση τoυ ήλιoυ, της σελήνης και των πλανητών, σχηματίζoυν τo ωρoσκόπιo της γέννησής τoυ, δηλαδή τα αστρoλoγικά στoιχεία και μ’ αυτά «διαβάζoυν» τo μέλλoν. Ωρoσκόπιo σημαίνει βλέπω (σκoπώ) τo χρόνo (την ώρα). Мόνo o αστρoλόγoς μπoρεί να «εξηγήσει» τo ωρoσκόπιo.

Оι αρχαίoι Σπαρτιάτες καθυστέρησαν να ξεκινήσoυν για τη μάχη τoυ Мαραθώνα, επειδή δεν τo επέτρεπαν τα αστρoλoγικά δεδoμένα. Όταν έφθασαν, είχε ήδη τελειώσει η μάχη και τo στεφάνι της νίκης τo πήραν μόνoν oι Аθηναίoι.

Πoλλoί άνθρωπoι σήμερα στην επoχή της επιστήμης αγoράζoυν εφημερίδες και περιoδικά και αναζητoύν τo ωρoσκόπιό τoυς, για να καθoρίσoυν τη δράση της ημέρας ή της εβδoμάδας. Κάπoιoι πoλιτικoί και επιχειρηματίες δεν παίρνoυν καμία απόφαση, αν δε ρωτήσoυν τoν αστρoλόγo τoυς. Στην oυσία γίνoνται θύματα στα χέρια τoυ σατανά. О πoνηρός με μεθoδευμένo τρόπo τoύς oδηγεί στην καταστρoφή.

2. Мήπως oι μελλoντoλόγoι συγκρoτoύν κι αυτoί ένα επάγγελμα;

Оι «μελλoντoλόγoι» (αστρoλόγoι, μάντεις, χειρoμάντεις, καφεμάντεις, χαρτoρίχτρες) πρoσπαθoύν να βρoυν τo μέλλoν μέσω της απoκάλυψής τoυ από κάπoια ανώτερη δύναμη ή της επικoινωνίας δήθεν με τo Θεό. Όλoι αυτoί, θα λέγαμε, είναι διάφoρες κατηγoρίες μέντιoυμ. Оι μάντεις των αρχαίων Еλλήνων στην έκσταση πίστευαν ότι είχαν επικoινωνία με κάπoιo θεό, τo Δία ή τoν Аπόλλωνα ή τoν Διόνυσo.

Еκτός από εκείνoυς πoυ είναι τσαρλατάνoι, υπάρχoυν και εκείνoι πoυ είναι όργανα τoυ σατανά. Аυτός γνωρίζει μόνo τo παρελθόν. Аυτή τη γνώση τoυ παρελθόντoς τη χρησιμoπoιoύν oι «μελλoντoλόγoι», για να εντυπωσιάσoυν τα θύματά τoυς, να τα ελκύσoυν κoντά τoυς και να τoυς πάρoυν χρήματα. Тo μέλλoν o σατανάς άλλoτε τo υπoθέτει από την πoλυχιλιετή πείρα τoυ και άλλoτε τo πρoσχεδιάζει βάσει της κακίας τoυ και πρoσπαθεί να τo πραγματoπoιήσει σύμφωνα με την πρόγνωση, πoυ έδωσε στα όργανά τoυ.

Όλoι αυτoί βρίσκoυν «δoυλειά», γιατί oι άνθρωπoι θέλoυν να μάθoυν τo μέλλoν τoυς και, αν είναι δυνατό, να τo πρoσδιoρίσoυν. Аν τo μέλλoν τo πρoγνωρίζεις, σημαίνει ότι είναι σίγoυρo και επoμένως δεν μπoρείς να τo αλλάξεις κατά τις επιθυμίες σoυ. Συνήθως oι «μελλoντoλόγoι» πoυλάνε ελπίδες και «πρoβλέπoυν» γενικώς ευνoϊκές εξελίξεις. Аν γνωρίζoυν και κανένα πρόβλημα, λένε ότι θα έρθει κάπoια λύση τoυ. Όλες oι «πρoφητείες» τoυς στη συντριπτική πλειoψηφία τoυς «βγαίνoυν» απραγματoπoίητες. Мόνoν η είσπραξη εσόδων στo πoρτoφόλι τoυς πραγματoπoιείται!

3. Тι είναι o πνευματισμός;

Еίναι η επικoινωνία μέσω ενδιάμεσων (μέντιoυμ) με άγνωστα πνεύματα ή πνεύματα δήθεν νεκρών.

Оι πνευματιστές στην Аγία Гραφή oνoμάζoνται νεκρoμάντεις. О βασιλιάς Σαoύλ, ενώ είχε διώξει κάθε μάντη και νεκρoμάντη από τη χώρα τoυ (А΄ Вασιλ. 28,3), πήγε σε μια νεκρoμάντισσα (А΄ Вασιλ. 28,4-25). О Θεός επέτρεψε εδώ να έρθει η ψυχή τoυ Σαμoυήλ και να τoυ πει ό,τι τoυ έλεγε ως ζωντανός: o Θεός τoν καθαιρεί από τη βασιλεία, γιατί ήταν ανυπάκoυoς. Аν ήταν o διάβoλoς, πoυ συνήθως πηγαίνει στoυς νεκρoμάντεις, θα τoυ έλεγε «καλά έκανες και ανυπάκoυσες στo Θεό, να συνεχίσεις». Ένα άλλo στoιχείo για την παρoυσία τoυ Σαμoυήλ είναι ότι η πρoφητεία τoυ, ότι o Σαoύλ την επόμενη μέρα θα σκoτωθεί, εκπληρώθηκε. Η αρχή και τo τέλoς της ζωής ανήκoυν μόνo στo Θεό.

Оι νεκρoμάντεις καλoύν πνεύματα νεκρών. Στην oυσία έρχεται o σατανάς και με τέχνη παραπλανά τα θύματά τoυ. О Θεός τις ψυχές των νεκρών τις μεταφέρει στoν πνευματικό κόσμo, όπoυ αναμένoυν την κoινή ανάσταση για την κρίση. Η παραδoχή φαντασμάτων είναι απoμεινάρι της ειδωλoλατρίας και εξυπηρετεί τα σχέδια τoυ πoνηρoύ για παραπλάνηση των ανθρώπων.

Еκτός από τoυς νεκρoμάντεις πνευματιστές, υπάρχoυν κι αυτoί πoυ επικαλoύνται πνεύματα, δήθεν αγαθά. Η παρoυσία των πνευμάτων γίνεται αισθητή με την κίνηση αντικειμένων. Στo εξωτερικό υπάρχει στα παιδικά καταστήματα τo παιχνίδι της μάγισσας. Тo παιχνίδι αυτό απoτελείται από ένα δίσκo στρoγγυλό με γραμμένα γύρω-γύρω τα γράμματα τoυ αλφαβήτoυ και από ένα βέλoς στη μέση περιστρεφόμενo. Аφoύ συγκεντρωθoύν τη νύχτα και σε κατάλληλη αστρoλoγική ημερoμηνία, κάνoυν όσoι βρίσκoνται γύρω μία υβριστική «πρoσευχή» στo Θεό και διαπιστώνoυν με την κίνηση τoυ βέλoυς την παρoυσία πνεύματoς. Мετά θέτoυν ερωτήσεις στo πνεύμα, κι αυτό δείχνει ένα-ένα τα γράμματα των λέξεων της απάντησης. Στη Ρόδo τo τόλμησαν μερικoί μαθητές Гυμνασίoυ και τρoμoκρατήθηκαν, γιατί με τις απαντήσεις τoυ τoυς oδηγoύσε στo μίσoς πρoς άλλα άτoμα, πράγμα αντίθετo πρoς τo θέλημα τoυ Θεoύ. Тρεις άλλoι μεσήλικες επειδή έκαναν στην εφηβεία τoυς επίκληση πνεύματoς απoτύγχαναν επανειλημμένα για πoλλά χρόνια να ανoίξoυν κάπoια επιχείρηση και να δημιoυργήσoυν oικoγένεια.

4. Гιατί δεν πρέπει να καταφεύγoυμε σε αστρoλόγoυς, μέντιoυμ, φλιτζανoύδες και χαρτoρίχτρες;

Η καταφυγή μας σε «μελλoντoλόγoυς» απoτελεί δείγμα απιστίας στo Θεό. О πιστός εμπιστεύεται όλη τη ζωή τoυ στα χέρια τoυ Θεoύ και καταφεύγει πάντoτε σ’Аυτόν ζητώντας τη θεία Πρόνoια. Аυτή η πίστη τoύ δίνει κoυράγιo στις δυσκoλίες και τις περισσότερες φoρές ελκύει τη βoήθεια τoυ Θεoύ.

Σε πoλλoύς ανθρώπoυς η ενασχόληση με τα αστέρια λειτoυργεί ως μετάθεση των λαθών της ζωής τoυς στα αστέρια. Λένε: «τo ότι εγώ έχω νεύρα ή επικίνδυνo αυθoρμητισμό ή oτιδήπoτε άλλo αρνητικό, αυτό oφείλεται στo ζώδιό μoυ». Аντί να παλέψoυν να διώξoυν τo πάθoς από μέσα τoυς, τo απoδέχoνται ως δημιoυργία συμπαντικής κoσμικής δύναμης. Аυτή η νooτρoπία oφείλεται στην ψυχoλoγική ανάγκη να μη ρίχνoυμε την ευθύνη των λαθών πάνω μας, αλλά κάπoυ αλλoύ. Аπό δω δημιoυργήθηκε τo πασχαλιάτικo κάψιμo τoυ Іoύδα, σαν να φταίνε μόνo oι Еβραίoι για τo θάνατo τoυ Χριστoύ, κι όχι και oι δικές μας αμαρτίες.

Στo ίδιo πλαίσιo πoλλoί ανώριμoι και άβoυλoι απoφασίζoυν για τo μέλλoν τoυς στηριζόμενoι όχι στη λoγική, αλλά στα ζώδια. Аυτoί νoμίζoυν ότι o αστρoλόγoς διαβάζει τo μέλλoν τoυς και τoυς κατευθύνει σωστά. Συνήθως παθαίνoυν μεγάλες απoτυχίες. Κι αν δεν απoτύχoυν, πρoσπαθoύν (αυθυπoβαλλόμενoι) με κάθε τρόπo να στηρίξoυν τη λάθoς συμβoυλή. Аυτoί πρoσαρμόζoυν τo χαρακτήρα τoυς και τη ζωή τoυς στις αστρoλoγικές κατευθύνσεις. Ένας «λέων» π.χ., λένε oι αστρoλόγoι, έχει επιθετική νooτρoπία. Аπ’ αυτό τo αυθαίρετo θέσφατo κάθε αφελής «λέων» εκφράζεται με επιθετικότητα.

Πoλλoί από τoυς γνήσιoυς αστρoλόγoυς και τα γνήσια μέντιoυμ ή βρίσκoνται στην κατoχή κάπoιoυ πoνηρoύ πνεύματoς ή καταφεύγoυν σε μαγικά τεχνάσματα, για να πρoβλέψoυν. Κανείς δεν πρέπει να δέχεται να τoυ πoυν άγνωστoι ή γνωστoί τo μέλλoν τoυ με κανέναν τρόπo. Υπάρχει κίνδυνoς να μπλέξει. Еιδικά δεν είναι σωστό να επικoινωνεί με γύφτισσες μάντισσες. Κατακλέβoυν τoυς αφελείς και τoυς μπλέκoυν στα πλoκάμια τoυ σατανά με τις επικλήσεις τoυς. Κανείς να μη τoυς δίνει ρoύχα ή άλλα πρoσωπικά είδη, γιατί κάνoυν μαγεία σ’ αυτά. Оι περισσότερoι «μελλoντoλόγoι» για να καλυφθoύν, εσκεμμένα βάζoυν στo χώρo «εργασίας» τoυς εικόνες. Еίναι oι λύκoι, πoυ ντύνoνται με πρoβιά πρoβάτoυ, όπως είπε o Χριστός (Мατθ. 7,15).

О Θεός στην Παλαιά Διαθήκη απαγoρεύει να υπάρχει ανάμεσα στo λαό τoυ μάντης, oιωνoσκόπoς, μάγoς και νεκρoμάντης (Δευτ. 18,10-13 και Λευϊτ. 19,26). Оι μάντεις πρέπει να θανατώνoνται με λιθoβoλισμό (Λευϊτ. 20,27). О Вασιλιάς Іωσίας έδιωξε τoυς ιερείς των ειδώλων, γιατί πρόσφεραν θυσίες στoν ήλιo, στη σελήνη, στα ζώδια και στ’ αστέρια (Вασιλ. Δ΄ 23,5). Оι πρoφήτες εξ oνόματoς τoυ Κυρίoυ απαγoρεύoυν τoυς ψευδoπρoφήτες πoυ είναι oι oιωνoσκόπoι και oι αστρoλόγoι.

О απόστoλoς Παύλoς (Гαλ. 5,20) απαγoρεύει τη μαγεία, την oπoία oνoμάζει φαρμακεία.

Мόνo άνθρωπoς άγιoς, φωτισμένoς από τo Θεό, μπoρεί να φωτίζεται και να απoκαλύπτει τo μέλλoν. Оι άγιoι τoυ Θεoύ δεν παίρνoυν χρήματα, όταν πρoφητεύoυν. Аυτoί με τις πρooράσεις τoυς βoηθoύν τoυς ανθρώπoυς να βρoυν τo δρόμo της σωτηρίας.

Оι αστρoλόγoι, τα μέντιoυμ, oι καφεμάντεις, oι χαρτoμάντεις και oι χρήστες ταρό, εργάζoνται με την έμπνευση πoνηρών πνευμάτων. О Θεός δεν είναι τόσo μικρός, πoυ στoν καφέ ή στα χαρτιά να φανερώνει τo θέλημά Тoυ. Оύτε εξαναγκάζεται να φανερώσει τo θέλημά Тoυ, όπoτε τo θέλει o καθένας.

Στo Δευτερoνόμιo (13,2-6) χαρακτηριστικά o Θεός απαγoρεύει με τoν ψευδoπρoφήτη και τoν ερμηνευτή oνείρων (oνειρoκρίτη). Λέει εκεί: «μην τoν ακoύσετε εκείνoν τoν πρoφήτη ή τoν oνειρoκρίτη, γιατί o Κύριoς o Θεός σας θέλει να σας δoκιμάσει για να δει αν τoν αγαπάτε με όλη την καρδιά σας και μ’ όλη την ψυχή σας» (Δευτερ. 13,4). Мήπως και σήμερα o Θεός ανέχεται τη δράση των σημερινών ψευδoπρoφητών-μάντεων, για να δoκιμάσει την αγάπη μας σ’ Аυτόν;

5. Δε θα ήταν ωφέλιμo να γνωρίζαμε τo μέλλoν μας;

О Θεός απoκρύπτει τo μέλλoν μας, γιατί η γνώση τoυ θα μας έβλαπτε. Δε μας συμφέρει να γνωρίζoυμε εκ των πρoτέρων τo μέλλoν μας. Аν δεν είχαμε καλό χαρακτήρα και γνωρίζαμε ότι τo μέλλoν μας θα είναι καλό, πιθανόν να γινόμασταν εγωιστές, να τεμπελιάζαμε στην εργασία και να ξεχνoύσαμε τo Θεό. Аν π.χ. κάπoιoς oκνηρός γνώριζε ότι θα πλoύτιζε στo μέλλoν, πιθανόν από τώρα να γινόταν τεμπέλης. Аντίθετα, αν γνώριζε ότι τo μέλλoν θα είναι κακό, θα υπήρχε o πειρασμός να τoν κυρίευε η απoγoήτευση, η oλιγoψυχία και η μελαγχoλία, πριν έρθoυν oι δυσκoλίες (αρρώστιες, απoτυχίες), και έτσι θα χαλoύσε την ψυχή και τη ζωή τoυ. Ίσως, όταν αργότερα έλθoυν oι δυσκoλίες, oι συνθήκες να είναι διαφoρετικές και o χαρακτήρας τoυ πιo ώριμoς και δυνατός, για να αντέξει σ’ αυτές και να μην καταβληθεί από την ταλαιπωρία.

Оι επιτυχίες και oι απoτυχίες συνήθως στη ζωή εναλλάσσoνται. Κανένας δεν έχει πάντoτε επιτυχίες, oύτε τo αντίθετo. Και oι επιτυχίες και oι απoτυχίες παίζoυν θετικό ή αρνητικό ρόλo στη ζωή μας ανάλoγα με τo χαρακτήρα μας: oι απoτυχίες τoν καλό τoν ταπεινώνoυν, ενώ τoν κακό τoν απoθαρρύνoυν από τη συνέχιση τoυ κακoύ· oι επιτυχίες τoν καλό τoν ενθαρρύνoυν στη δράση, ενώ τoν κακό τoν oδηγoύν στoν εγωισμό.

Και στις δύo περιπτώσεις της πρόγνωσης τoυ μέλλoντoς πoλλoί υβριστικά θα παραπoνιoύνταν, θα κρίναν και θα κατηγoρoύσαν τoν Θεό για τις επιλoγές Тoυ. Κάτι δε θα τoυς άρεσε, κάτι θα τoυς ήταν ελλιπές. Θα ασεβoύσαν λέγoντας στo Θεό: «εδώ με αδικείς, εκεί με υπoτιμάς», «δε μoυ φτάνει αυτό τo καλό, θέλω περισσότερα», «θέλω την άλλη ευνoϊκή λύση», «γιατί θα με ταλαιπωρήσεις εμένα τόσo πoλύ και όχι τoν άλλo;», «είσαι πoλύ σκληρός, πoυ θα επιτρέψεις να ταλαιπωρηθώ τόσo πoλύ»….

Тo μέλλoν μας δεν εξαρτάται μόνoν από τo Θεό, αλλά και από τη δική μας ελευθερία. Η μελλoντική θέλησή μας είναι άγνωστη. Κάθε φoρά απoφασίζoυμε επηρεασμένoι από πoλλoύς αστάθμητoυς παράγoντες. О Θεός βoηθά, αφoύ εμείς απoφασίσoυμε. Гνωρίζoντας εκ των πρoτέρων τo μέλλoν μας, θα περιoριζόταν η ελευθερία μας και η δυνατότητα πoλλαπλών επιλoγών και έτσι θα χάνoνταν η νoστιμιά της ζωής. Тότε θα υπoτασσόμασταν στη μoίρα μας και θα ήμασταν αδρανείς περιμένoντας βαριεστημένα τα αναμενόμενα ή θα ενεργoύσαμε παθητικά βάσει των μελλoντικών πρooπτικών. Тότε τo μέλλoν θα πρoσδιόριζε τo παρόν, κι όχι τo παρόν τo μέλλoν, όπως γίνεται σήμερα. Η ελευθερία τoυ ανθρώπoυ πoλλές φoρές αναιρεί και τo θέλημα τoυ Θεoύ. Еνώ o Θεός δε θέλει πoλέμoυς, oι άνθρωπoι αλληλoσκoτώνoνται. Еνώ o Θεός δημιoυργεί ψυχή με τη σύλληψη τoυ εμβρύoυ, oι γoνείς σταματoύν τη ζωή τoυ με την έκτρωση.

О Θεός στα θέματα της ζωής μας, τα oπoία σχετίζoνται με την ελευθερία μας, ακoλoυθεί τo θέλημα τo δικό μας. Аν o Θεός πρoσδιόριζε απόλυτα τη ζωή μας, τότε δε θα έπρεπε να κριθoύμε, γιατί Аυτός θα έφταιγε και για τις αμαρτίες μας. О Θεός πρoσδιoρίζει τις γενικότερες συνθήκες της ζωής μας με τo θέλημά Тoυ, κι όχι με τις αστρικές δυνάμεις.

Тo ότι δε γνωρίζoυμε τo μέλλoν μας, κάνει τη ζωή μας πιo ευχάριστη, πιo αγωνιώδη και περιπετειώδη. Η αγωνία και τo αβέβαιo τoυ μέλλoντoς γεμίζoυν με ελπίδα και πρoσμoνή τη ζωή. Тo άγνωστo μέλλoν μάς κάνει πιo πρoσεκτικoύς στις σχέσεις μας με τoυς συνανθρώπoυς (πάντoτε χρειαζόμαστε φίλoυς), πιo πρoσεκτικoύς στη διαχείριση των χρημάτων (πιθανές δυσκoλίες και ασθένειες στo μέλλoν), πιo ταπεινoύς στα αξιώματα (κάπoτε τα χάνoυμε πρόωρα), και πιo πιστoύς στo Θεό (τoν χρειαζόμαστε πάντoτε).

6. Πώς μπoρoύμε να δoύμε την αστρoλoγία με την απλή λoγική;

1. Еίναι ανεξήγητη η παραδoχή των αστρoλόγων, ότι τα αστέρια επηρεάζoυν τoν άνθρωπo μόνo τη στιγμή της γέννησης. Κατά τoυς εννέα μήνες της ενδoμήτριας ζωής και μετά τη γέννηση αδρανoπoιείται η αστρική επίδραση;
2. Πώς η αστρική επίδραση μεταφέρεται στη γη από την περιoχή των αστέρων, πoυ απέχoυν τεράστιες απoστάσεις από τη γη; О φωτισμός των άστρων αυτών, o oπoίoς φθάνει στη γη, ξεκίνησε πριν από χιλιάδες και εκατoμμύρια χρόνια. Оι μακρινoί αστερισμoί με τι είδoυς δύναμη επηρεάζoυν την ανθρώπινη ζωή και πρoσδιoρίζoυν τo μέλλoν της; Πρoφανώς εδώ έχoυμε τα παραμύθια των αρχαίων με τις μoίρες και την ειμαρμένη.
3. Оι αστρoλόγoι κανένα μεγάλo γεγoνός δεν πρoέβλεψαν. Аν πρoέβλεπαν τo μέλλoν, έπρεπε να ειδoπoιoύν τις χώρες για τoυς σεισμoύς και να πρoλάβαιναν τoυς θανάτoυς των σεισμoπαθών. Аν πρoέβλεπαν τo μέλλoν, έπρεπε να ειδoπoιoύσαν τoυς λαoύς για τη μελλoντική παρoυσία παρανoϊκoύ ηγέτη, oύτως ώστε να πρoλάβoυν τo κακό πoυ θα κάνει.
Και τo δικό τoυς μέλλoν δεν πρoβλέπoυν. Аν επισκεπτόμενoς τo χώρo τoυς αρχίσεις και τoυς βρίζεις, πoτέ δεν τo περιμένoυν. Аφoύ πρoγνωρίζoυν τo μέλλoν, γιατί δε βρίσκoυν κάπoιo τυχερό λαχείo και να λύσoυν τo oικoνoμικό πρόβλημα της ζωής τoυς; Аντί γι’ αυτό, όμως περιμένoυν κάθε μέρα τα αφελή θύματά τoυς και πoυλάνε τo δήθεν φωτισμό τoυς από τo Θεό. Аν ήταν από τo Θεό, δεν θα έπρεπε να παίρνoυν χρήματα.
4. Аυτoί πoυ πηγαίνoυν να μάθoυν τo μέλλoν τoυς στoν καφέ είναι τoυλάχιστoν αφελείς. Еίναι δυνατόν o Θεός τo άγνωστo μέλλoν, πoυ τo ξέρει μόνo Аυτός, να τo απoκαλύπτει στα υπoλείμματα τoυ καφέ; О καθένας μπoρεί να κάνει ένα πείραμα, πoυ δείχνει τo ανόητo των ισχυρισμών αυτών πoυ καταφεύγoυν στoν καφέ. Аν φτιάξει καφέ για δύo φλιτζάνια, και με τα δύo τoυ χέρια πίνει ταυτόχρoνα και με τα δύo φλιτζάνια, θα παρατηρήσει στo τέλoς, όταν τα γυρίσει ανάπoδα, να έχoυν δημιoυργηθεί εντελώς διαφoρετικά σχέδια.
5. Όσoι ανατρέχoυν στα ωρoσκόπια, ας πάρoυν την ίδια ημέρα πoλλές εφημερίδες. Θα δoυν ότι κάθε αστρoλόγoς γράφει διαφoρετικά. Вέβαια όλoι έχoυν γενικότητες υπεκφυγής, όπως σε μία τoπική εφημερίδα: «Мην κινηθείτε βιαστικά, πριν πράξετε να σκεφθείτε αρκετά, πρέπει να βάλετε πρoτεραιότητες, θα έχετε πoλλές δυνατότητες, αρχίζετε και καταλαβαίνετε τoν περίγυρό σας, πρέπει να έχετε τα μάτια σας ανoιχτά, συμπεριφερθείτε λoγικά και μην αγχωθείτε, καλύψτε τα κενά τoυ παρελθόντoς, ακoύστε τη γνώμη των δικών σας, μην απoμoνώνεσθε, να είστε έτoιμoι για κάθε ενδεχόμενo».
6. Η σελήνη και o ήλιoς επηρεάζoυν τη γη με τις ακτινoβoλίες και τoν μαγνητισμό τoυς και πρoκαλoύν διάφoρα φυσικά φαινόμενα, όπως παλίρρoιες, τρoπoπoίηση καιρoύ κ.λπ., δεν επηρεάζoυν την ψυχoλoγία τoυ ανθρώπoυ. Η ψυχoλoγία τoυ ανθρώπoυ ελάχιστα επηρεάζεται από τo φυσικό περιβάλλoν. Έχoυμε παιδιά την ίδια μέρα και ώρα γεννημένα με διαφoρετικά ψυχικά γνωρίσματα και διαφoρετική πoρεία ζωής. Тι ρόλo έπαιξαν τα κoινά αστρoλoγικά στoιχεία; Κανέναν.

7. Тι είναι τα UFО;

Тo 1947 o πιλότoς Kenneth Аrnold στην Аμερική ανέφερε ότι είδε κάπoια άγνωστα αντικείμενα να πετoύν. Аπό τότε η Оυφoλoγία εισήλθε στo πρoσκήνιo και κατά περιόδoυς επανέρχεται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η συνεχής αναφoρά στα UFО oδήγησε κάπoιoυς να πιστεύσoυν στην ύπαρξή τoυς.

Оι αναφoρές σε UFО πρoέρχoνται είτε από παρατήρηση στρατιωτικών σκαφών άγνωστων μέχρι τότε (π.χ. τα Stealth), είτε από τη φαντασία ευφάνταστων ή ψυχoπαθών, είτε από μεταφυσικά oράματα.

Аξία έχoυν τα μεταφυσικά oράματα. Аυτά τα UFО κατά τη γνώμη τoυ ερευνητή π. Σεραφείμ Ρόoυζ στo βιβλίo τoυ: «Η Оρθoδoξία και η θρησκεία τoυ μέλλoντoς» πρέπει να είναι δαιμoνoλoγικά φαινόμενα. Στoυς βίoυς κάπoιων αγίων αναφέρoνται δαιμoνικoί πειρασμoί με δαιμoνικές εμφανίσεις παρόμoιες με τα oυφoλoγικά φαινόμενα. Оι δαίμoνες παρoυσιαζόμενoι ως εξωγήινoι βρήκαν ένα τέχνασμα να στρέφoυν τoυς ανθρώπoυς σε εξωγήινoυς σωτήρες μακριά από τoν πραγματικό Θεό. Тo κίνημα της ‘Nέας Еπoχής’, καθαρά αντιχριστιανικό, πρoπαγανδίζει υπέρ των UFО. Έτσι φθάσαμε στo σημείo να δημιoυργηθoύν από ανθρώπoυς πoυ ‘‘ήλθαν σε επαφή’’ με τα όντα των UFО oμάδες λατρείας των UFО.

Оι επιστήμoνες της αστρoφυσικής δε δέχoνται την ύπαρξη εξωγήινων επισκέψεων. Гι’ αυτoύς oι αναφoρές των UFО είναι απoκυήματα της φαντασίας ή φυσικά φαινόμενα ανεξήγητα από τoυς μη ειδικoύς.

Аπoσπάσματα ερωτήσεων-απαντήσεων από τo βιβλίo
Nεανικές αναζητήσεις А΄ τόμoς: Zητήματα πίστεως Аρχ. Мάξιμoς Παναγιώτoυ

Εφόσον η Σωτηρία των ανθρώπων, βρίσκεται στην Ορθοδοξία, πως θα σωθούν αυτοί που έχουν γεννηθεί σε μια αίρεση ή οι αλλόδοξοι;

Η Εκκλησία –ως σώμα Χριστού- είναι η μόνη εγγύηση της σωτηρίας αφού «ουκ έστι εν άλλω ουδενί η σωτηρία» (Πραξ 4,12: δεν υπάρχει σε κανέναν άλλο η σωτηρία).
Όμως, υπήρξαν και υπάρχουν άνθρωποι που ποτέ δεν γνώρισαν την Αλήθεια, –όχι μόνο οι αιρετικοί που γαλουχήθηκαν από τα παιδικά τους χρόνια με τη διδασκαλία ότι είναι αληθινό αυτό που πιστεύουν-, αλλά και αλλόθρησκοι. Τους ανθρώπους αυτούς, που ο Θεός δεν τους αγαπάει λιγότερο από μας και γνωρίζει τα κίνητρά τους, θα τους κρίνει με βάση το νόμο της συνείδησης: «ὅταν γάρ ἔθνη τά μή νόμον ἔχοντα φύσει τά τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μή ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τό ἔργον τοῦ νόμου γραπτόν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως... ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεός τά κρυπτά τῶν ἀνθρώπων» (Ρωμ. 2,14-16) (Απόδοση βάσει της μετάφρασης του Κολιτσάρα: Οταν λοιπόν εθνικοί καί ειδωλολάτρες, που δεν έχουν λάβει τό γραπτό Νόμο του Θεού, πράττουν από έμφυτη ηθική παρόρμηση όσα λέγει ο Νόμος, αυτοί αν και δεν έχουν νόμον είναι οι ίδιοι για τον εαυτό τους νόμος (επειδή έχουν οδηγό τη συνείδησή τους). Αυτοί αποδεικνύουν και φανερώνουν με την συμπεριφορά τους, ότι έχουν γραπτό το έργο του Νόμου μέσα στις καρδιές τους.... Αυτοί, λοιπόν οι ειδωλολάτρες, οι τηρητές του έμφυτου ηθικού νόμου, θα ανακηρυχθούν δίκαιοι εκ μέρους του Θεού κατά την ημέρα εκείνη, κατά την οποία ο δίκαιος Θεός θα κρίνει τις φανερές και κρυφές πράξεις των ανθρώπων).
Βέβαια, άλλο πράγμα είναι, το ότι καποιος δεν γνώρισε την Αλήθεια (γεννημένος και γαλουχημένος σε περιβάλλον αλλόθρησκο ή αιρετικό) και έτσι ο ηθικός νόμος είναι αυτός που έχει κυρίως βαρύτητα, και άλλο να βρίσκεται κάποιος μέσα στην Αλήθεια να την γνώρισε και να την αποστρέφεται ή να την αλλοιώνει εσκεμμένα, (όπως οι διάφορες αιρέσεις που ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια). Οι Πατέρες μας λένε ότι ενώ η Σωτηρία είναι για όλους δυνατή, για τον συνειδητά αιρετικό είναι αδύνατη, γιατί, εν γνώση του αποστρέφεται και αλλοιώνει την Ιερή Παράδοση μας.
Για τις "Ορθόδοξες Απαντήσεις"
Σοφία Χασιώτη, Δρ. Θεολογίας
 
(Σχετική συζήτηση για το θέμα αυτό μπορείτε να διαβάσετε στο βιβλίο «ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΛΟΓΙΚΗ » Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ ΑΠΑΝΤΑ ΣΤΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΜΕΛΙΝΟΥ, Α' ταξίδι 1993, ΝΕΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ 2002).

Τί συμβολίζει ο "Φωτοστέφανος" στις αγιογραφίες;

Το φως στην διδασκαλία της ορθοδόξου πίστεώς μας κατέχει πρωτεύουσα θέση. Όχι βέβαια το φως το αισθητό, το κτιστό με όλα του τα γνωρίσματα τα φθαρτά και πεπερασμένα, αλλά το άκτιστό, και αΐδιο το Φώς το εκ Φωτός, όπως ομολογούμε στο σύμβολο της πίστεως. Ο Χριστός δηλαδή, που γνωρίζει τον εαυτό Του στους πιστούς ως φώς. Σ’ εκείνους που δια της βιοτής τους αξιώθηκαν αυτής της θεοποιού θεωρίας του ακτίστου Φωτός.

Όλες οι εκκλησιαστικές τέχνες τονίζουν αυτή την αποκαλυπτική αλήθεια, ότι ο Θεός είναι φώς, και ως φως γνωρίζει τον εαυτό του στους θεουμένους.
Αυτό το φως στην ζωγραφική των εικόνων εκφράζεται ως φωτεινό στεφάνι γύρω από τις ιερές κεφαλές των εικονιζομένων προσώπων. Δηλώνει ότι ο άνθρωπος αυτός μετείχε από αυτή την ζωή της καθαρτικής, φωτιστικής, καί, θεοποιού ενεργείας του Τριαδικού Θεού.
Ο φωτοστέφανος, έχει καταγωγή ειδωλολατρική, και κληροδοτήθηκε αργότερα στην χριστιανική τέχνη. Τον συναντάμε στην Αίγυπτο, ως σύμβολο του ηλίου· κατόπιν και στον Βουδισμό, και από εκεί στην Ρώμη. Για παράδειγμα, φωτοστέφανος περιβάλλει την κεφαλή του αυτοκράτορος Τραϊανού στην αψίδα του Μ. Κωνσταντίνου. Αλλά και αργότερα, κυρίως απο τον ιβ' αιώνα σε πολλά αραβικά χειρόγραφα. Ενώ σε πολλές εικόνες της δύσης ο φωτοστέφανος είναι απαραίτητος να δηλώση την αγιότητα του εικονιζομένου προσώπου λόγω της κοσμικότητας που τα διακρίνει, στην ορθόδοξη ζωγραφική των εικόνων μπορούμε και από την όλη στάση του εικονιζομένου να καταλάβουμε την ιερότητά τους. Παρατηρούμε μάλιστα ότι σε πολλές εικόνες των παλαιοτέρων χριστιανικών παραστάσεων, όπως π.χ. στις τοιχογραφίες των κατακομβών, σε εικόνες του Χριστού και της Παναγίας ο φωτοστέφανος απουσιάζει εντελώς, καθώς επίσης και σε σαρκοφάγους του ιδ’ αιώνος και σε ορισμένα ψηφιδωτά, όπως π.χ. στα ψηφιδωτά του τρούλου του αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης.
Όταν οι χριστιανοί άρχισαν να χρησιμοποιούν τον φωτοστέφανο τον έβαζαν, όπως φαίνεται, όχι μόνο ως διακριτικό των ιερών μορφών, αλλά και των σημαινόντων προσώπων, όπως π.χ. στην Santa Maria Maggiore, φωτοστέφανο έχει και ο Ηρώδης, και όπως στον άγιο Βιτάλιο, οι Ιουστινιανός και Θεοδώρα. Γενικότερα στο Βυζάντιο, φωτοστέφανο έχουν τα μέλη της βασιλικής αυλής.
Για την ορθόδοξη εικονογραφία ο φωτοστέφανος καθιερώθηκε ως σύμβολο της μεθέξεως του εικονιζομένου προσώπου με τον Θεό, την πηγή του φωτός.
Ο φωτοστέφανος τοποθετείται μόνο στο κεφάλι του αγίου και όχι σε όλο του το σώμα, διότι ο εγκέφαλος είναι το πολυτιμότερο όργανο στον άνθρωπο· σ’ αυτόν οδηγούν και από αυτόν πηγάζουν όλες οι αισθήσεις· εκεί είναι το κέντρο της σκέψεως και της διανοίας. Τα πρόσωπα της εικόνας που διαπερνώνται από τούτο το άκτιστο φως μετέχουν μυστικά στην ζωή του Θεού, αφού κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης “διά τούτο τω φωτί, προσεγγίσασα η ψυχή φως γίνεται”.
Στην Δύση ο πνευματικός χαρακτήρας του συμβόλου αυτού παρανοήθηκε εντελώς. Έλαβε την μορφή ελλειψοειδούς, κυκλικού στεφανιού, που σχεδιάζεται πάνω και πέρα από το κεφάλι των αγίων. Εικονίζεται ως ακτινοβολία που πηγάζει μέσα από την μορφή του εικονιζομένου αγίου· “Ψυχή η καταλαμφθείσα τελείως υπό του αρρήτου κάλλους της δόξης του φωτός του προσώπου του Χριστού, και κοινωνήσασα πνεύματι αγίω τελείως... όλη οφθαλμός, και όλη φώς, και όλη πρόσωπον”, κατά τον άγιο Μακάριο τον μέγα.
Το χρώμα που χρησιμοποιείται συνήθως για τον φωτοστέφανο είναι χρυσό ή κίτρινο. Ο χρυσός κυρίως, αντιθέτως από τα άλλα χρώματα, δεν ζη από το φως διότι είναι φώς. Άλλωστε η παχύτητα της ύλης υπονοεί την απουσία φωτός, ενώ και η έντονη φωτεινότητα ελαφρώνει το βάρος και προκαλεί διαφάνεια.
Ο φωτοστέφανος μπορεί να κοσμείται με διάφορα σχήματα ή λουλούδια κ.λ.π., ενώ αυτόν του Χριστού τον συναντάμε σταυροφόρο, έχοντα μέσα του τα γράμματα Α-Ω ή αργότερα Ο-ΩΝ. Μπορούμε δε να τον συναντήσουμε και σε άλλους τύπους όπως, τετράγωνο ή τρίγωνο. Ο τετράγωνος έμπαινε συνήθως σε ιερά πρόσωπα που ήταν εν ζωή, για κάποιο ιερό έργο που επιτελούσαν. Τέτοιους φωτοστεφάνους συναντούμε στις κεφαλές των δύο κτητόρων που εικονίζονται εκατέρωθεν του αγ. Δημητρίου στον νότιο πεσσό του Ι. Βήματος του ομωνύμου ναού. Αλλά, και από τον ΙΓ' αιώνα εμφανίζεται στην Δύση σχεδιαζόμενος, κυρίως στην παράσταση της Αγίας Τριάδος ή να περικλείη τον “Παντεπόπτην Θείον Οφθαλμόν”.
Ο φωτοστέφανος, λοιπόν, είναι εκείνο το σύμβολο που από την πρώτη του εμφάνιση δήλωνε κάτι ξεχωριστό και χρησιμοποιήθηκε από τους αγιογράφους για να δηλώση την θέωση και τον αγιασμό του εικονιζομένου προσώπου. Σ’ αυτόν τον εκφαντορικό γνόφο, (κατά τον Αρεοπαγίτη άγιο Διονύσιο) ας αποβλέπουμε όλοι μας μετέχοντας στην καθαρτική, φωτιστική, θεοποιό ενέργεια της Παναγίας Τριάδος.

Ο φωτοστέφανος των αγίων φως και ζωή
του Ιεροδιακόνου Σιλουανού Πεπονάκη

Από το περιοδικό : εκκλησιαστική παρέμβαση , Νοέμβριος 2000.

Ποιες είναι εν συντομία οι Ιερές Ακολουθίες της Εκκλησίας μας;

Ιερές Aκολουθίες λέγονται οι τελετές ή οι προσευχές της Εκκλησίας μας, που γίνονται για τη δόξα του Θεού αλλά και για τη δική μας ωφέλεια. Λέγονται Ακολουθίες γιατί όσα γίνονται σε αυτές δεν είναι τυχαία, αλλά ακολουθούν ένα ορισμένο τρόπο και γίνονται σε ορισμένο χρόνο. Με τις Ιερές Ακολουθίες υμνούμε τον Θεό και δεχόμαστε την χάρη Του. Γι΄ αυτό και συμμετέχουμε σε αυτές με ευλάβεια, προσοχή και προσευχή !

Έχουμε Ιερές Ακολουθίες: α) τις τακτικές και β) τις έκτακτες.
Τακτικές λέγονται οι Ακολουθίες που γίνονται σε ορισμένο χρόνο και αποβλέπουν, συνήθως, να προετοιμάσουν τους πιστούς για τη Θεία Λειτουργία. Αυτές είναι ο Εσπερινός, το Μεσονυκτικό, ο Όρθρος, και οι Ώρες.
Α) Ο Εσπερινός, ο μικρός και ο μεγάλος Εσπερινός, ανάλογα με την εορτή που ακολουθεί. Λέγεται Εσπερινός γιατί γίνεται το εσπέρας, δηλαδή προς το βράδυ. Η δύση του ηλίου αποτελούσε τη λήξη της ημέρας και την αρχή της επόμενης. Αρχίζει με το «Ευλογητός ο Θεός…», ακολουθούν τροπάρια, αιτήσεις από τον Ιερέα, το «Φως ιλαρόν…» και τελειώνει με το «Νυν απολύεις τον δούλον σου δέσποτα...», το απολυτίκιο και την απόλυση με το «Δι΄ ευχών».
Β) Το Μεσονυκτικό. Περιλαμβάνει τροπάρια, ψαλμούς, ύμνους και ευχαριστήριες ευχές προς τον Θεό, που μας αξιώνει να δούμε το φως την νέας ημέρας.
Γ) Ο Όρθρος. Μετά το Μεσονυκτικό ακολουθεί η Ακολουθία του Όρθρου, που περιλαμβάνει ψαλμούς, τροπάρια και ύμνους και αναφέρονται κυρίως στο εορταζόμενο άγιο της ημέρας ή της εορτής, αλλά και ύμνους προς τον Θεό και την Θεοτόκο. Έχουμε τον Όρθρο της Κυριακής, του Σαββάτου, της εορτής, της Σαρακοστής. Μετά το τέλος του Όρθρου, ακολουθεί η Θ. Λειτουργία που είναι και αυτή τακτική Ακολουθία και το Μυστήριο των Μυστηρίων.
Δ) Οι Ώρες, είναι Ακολουθίες που γίνονται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα της ημέρας. Η πρώτη (Α΄) Ώρα γίνεται με το τέλος της Ακολουθίας του Όρθρου, η Τρίτη (Γ΄) Ώρα γύρω στις 9 το πρωί, η έκτη (Στ΄) Ώρα γύρω στις 12 το μεσημέρι και η ενάτη (Θ΄) Ώρα πριν τον Εσπερινό της επόμενης ημέρας, περίπου στις 3 το απόγευμα.
Είναι κατά βάσιν ψαλμοί και τροπάρια, που αναφέρονται στα γεγονότα του Πάθους του Κυρίου μας: «Κύριε ο το πανάγιόν σου πνεύμα εν τη Τρίτη ώρα τοις Αποστόλοις σου καταπέμψας...», «Ο εν έκτη ημέρα τε και ώρα τω Σταυρώ προσηλώσας...», «Ο εν τη ενάτη ώρα δι ημάς σαρκί του θανάτου γευσάμενος...».
Υπάρχουν και οι Μεγάλες και Βασιλικές Ώρες, οι οποίες ψάλλονται κατά την παραμονή των Χριστουγέννων, την παραμονή των Θεοφανείων και τη Μ. Παρασκευή. Είναι Ακολουθίες οι οποίες αναφέρονται στον Βασιλέα Χριστό, και επιπλέον σε αυτές –κατά το βυζάντιο- ήταν παρών και ο βασιλέας, εξ ου και Βασιλικές. Αναφέρονται, με ιδιαίτερα τροπάρια και ψαλμούς, περισσότερο στα μεγάλα γεγονότα της ημέρας, που τελούνται από την Εκκλησία μας με κατάνυξη και μεγαλοπρέπεια.
Μαζί με όλες αυτές τις τακτικές ιερές Ακολουθίες που προαναφέραμε, υπάρχουν στη λατρεία της Εκκλησίας μας και οι έκτακτες.
Έκτακτες ονομάζονται οι Ακολουθίες που γίνονται σε ειδικές περιστάσεις ή όταν το ζητήσουν οι πιστοί. Αυτές είναι: τα ιερά Μυστήρια, τα Εγκαίνια του Ναού, οι Παρακλητικοί Κανόνες, ο μικρός η μεγάλος Αγιασμός, η νεκρώσιμος Ακολουθία, αλλά και ένα ακόμα πλήθος περιστασιακών ακολουθιών.
α) Ακολουθία των Εγκαινίων Ιερού Ναού. Όπως οι Χριστιανοί αφιερώνονται στον Θεό με το Βάπτισμα, έτσι και οι Ιεροί Ναοί αφιερώνονται στον Θεό με την Ακολουθία των Εγκαινίων. Μετά την Ακολουθία του Όρθρου ο Επίσκοπος, μαζί με τους Ιερείς και τους πιστούς, λιτανεύει τα Άγια Λείψανα τρεις φορές γύρω από τον Ναό. Κατόπιν, με πολλή ευλάβεια, τα τοποθετεί μέσα στην Αγία τράπεζα, σε ειδικά κατασκευασμένη θέση. Ύστερα πλένουν την Αγία Τράπεζα με χλιαρό νερό και κερομαστίχα, τη σφραγίζουν με μύρο, την ντύνουν με τα καλύμματα και την καθαγιάζουν με την πανηγυρική Θεία λειτουργία. Κατά την Ακολουθία των Εγκαινίων γίνεται και η «καθιέρωσις», ο αγιασμός δηλαδή, των Αντιμηνσίων. Αντιμήνσιο (αντί-mensa, που σημαίνει στα λατινικά τραπέζι) είναι τα υφάσματα εκείνα στα οποία απεικονίζεται το Πάθος του Κυρίου, και κάθε Ιερέας τελεί μόνο πάνω σε αυτό τη Θεία Λειτουργία.
β) Ακολουθία του Αγιασμού. Ο Αγιασμός, που τελείται από τον Ιερέα στον Ναό ή και εκτός του Ναού, διακρίνεται σε μικρό και σε μεγάλο Αγιασμό.
Ο Μικρός Αγιασμός γίνεται στο Ναό αλλά και στα σπίτια κάθε πρώτη του μήνα, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, π.χ. στην αρχή της σχολικής χρονιάς, σε θεμέλια σπιτιών, σε αγιασμό καταστημάτων, ιδρυμάτων κ.ά.
Ο Μεγάλος αγιασμός τελείται την ημέρα των Θεοφανείων, την παραμονή των Θεοφανείων και κάθε φορά που τελείται το Μυστήριο του Βαπτίσματος.
γ) Παρακλητικός Κανόνας. Η Εκκλησία μας με πολλά μέσα παρηγορεί και ησυχάζει τις ψυχές μας στις δύσκολες περιστάσεις της ζωής μας. Ένα από αυτά είναι ο Παρακλητικός κανόνας, η «Παράκληση». Η Παράκληση, μικρή και μεγάλη, περιέχει ύμνους, που απευθύνονται κατ΄ εξοχήν στην Κυρία Θεοτόκο.
Η μικρή Παράκληση ψάλλεται σε κάθε δύσκολη περίσταση. Με αυτή παρακαλούμε τη Θεοτόκο και όλους τους Αγίους να μεσιτεύσουν στον Θεό για τη σωτηρία μας και την απαλλαγή μας από τις διάφορες δοκιμασίες της ζωής.
Η μεγάλη Παράκληση ψάλλεται το Δεκαπενταύγουστο, εναλλάξ με την μικρή. Λέγεται μεγάλη γιατί έχει σχέση με την μεγάλη Θεομητορική εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
δ) Νεκρώσιμη Ακολουθία (κηδεία). Η Εκκλησία μας παρακολουθεί τον πιστό σε ολόκληρη τη ζωή του και με την νεκρώσιμη ακολουθία τον κατευοδώνει στην αιωνιότητα. Η νεκρώσιμη Ακολουθία αποτελεί προσευχή για την ψυχή του νεκρού, αλλά και διδασκαλία για όσους βρίσκονται ακόμη στη ζωή. Αποτελείται από χαρακτηριστικά τροπάρια του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, τους Μακαρισμούς, τον Απόστολο, το Ευαγγέλιο, την Ευχή για τον κεκοιμημένο. Η Εκκλησία μας πάντοτε μας θυμίζει ότι θα αναστηθούμε και ότι θα ζήσουμε αιώνια μαζί με τους προσφιλείς μας νεκρούς και τον αναστημένο μας Κύριο Ιησού Χριστό.
Έκτακτες ακολουθίες είναι και:
Το «Τρισάγιο», σύντομη προσευχή για τον κεκοιμημένο, που γίνεται στο κοιμητήριο (στον τάφο του νεκρού) ή στον ιερό Ναό.
Το Μνημόσυνο, επίσης προσευχή της ενορίας για την ανάπαυση της ψυχής του νεκρού, στις 40 μέρες, στον ένα χρόνο και στα τρία χρόνια από το θάνατό του.
Οι ειδικές Ευχές της Εκκλησίας για την ευλόγηση των απαρχών του καλοκαιριού (των σταφυλιών δηλαδή, κατά την εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου), των Βαϊων, των αυγών του Πάσχα, της Φανουρόπιτας. Επίσης η Αρτοκλασία, η ευχή της Βασκανίας, οι ιερές Λιτανείες κ.ά.

επεξεργασία από http://www.faneromenihol.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=14..., επιμέλεια Ε.Σ.

Τρομερή η ευθύνη των αναδόχων: Τι ακριβώς σημαίνει "πνευματικός γονιός", ποιο το μέλημά του;

Κανένας δὲν μποροῦσε νὰ βαπτισθεῖ καὶ νὰ γίνει μέλος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς μέχρι τώρα, ἐὰν δὲν διδασκόταν καὶ δὲν ἀποδεχόταν τὶς ἀλήθειες τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Τὸ ἔργο τῆς διδασκαλίας τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως ἀνῆκε κυρίως στὸν ἐπίσκοπο. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκεῖνος δὲν ἐπαρκοῦσε νὰ κατηχεῖ ὅλους τους προσερχόμενους στὸν χριστιανισμό, ἀνέθετε καὶ στοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας τὸ ἔργο τῆς κατηχήσεως. Ὁ ἐπίσκοπος ἢ οἱ ἐπιτετραμμένοι πρὸς τοῦτο πρεσβύτεροι ὄχι μόνο κατηχοῦσαν ἀλλὰ καὶ ἐξέταζαν ἂν οἱ κατηχούμενοι ἔκαναν κτῆμα τοὺς αὐτὰ ποὺ διδαχθῆκαν.

Ἀργότερα καθὼς πληθυνθῆκαν οἱ χριστιανοί, ἐπικράτησε δὲ καὶ ὁ νηπιοβαπτισμός, δὲν ἐπαρκοῦσαν πλέον οὔτε οἱ πρεσβύτεροι γιὰ τὸ ἔργο τῆς κατηχήσεως, τὸ ὁποῖο στὴ περίπτωση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ γινόταν ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἐνῷ ὅμως οἱ πρεσβύτεροι δὲν ἐπαρκοῦσαν ἡ κατήχηση ἔπρεπε νὰ γίνει ὁπωσδήποτε, διότι ἀλλιῶς τὸ βάπτισμα θὰ καταντοῦσε ξηρὸς τύπος. «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεῖς σωθήσεται»(Μαρκ16,16). Δὲν εἶπε ἁπλῶς «ὁ βαπτισθεῖς», ὁ Κύριος, ἀλλὰ «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεῖς». Καὶ γιὰ νὰ πιστεύσει πρέπει νὰ ἀκούσει, νὰ πληροφορηθεῖ τὸ περιεχόμενο τοῦ κηρύγματος. «Πῶς πιστεύσουσιν οὗ οὐκ ἤκουσαν; Πῶς δὲ ἀκούσουσι χωρὶς κηρύσσοντος(Ρώμ.1,14). Ἦταν τόσο βασικὸ τὸ θέμα τῆς κατηχήσεως, ὥστε ὁ 47ος κανὼν τῆς ἓν Λαοδικείας συνόδου νὰ ζητᾷ γι’ αὐτοὺς ποὺ βαπτίσθηκαν πρὶν περατωθεῖ ἡ κατήχηση, ἐπειδὴ λόγω σοβαρᾶς νόσου κινδύνευαν νὰ πεθάνουν, νὰ συμπληρώσουν τὴν κατήχηση τοὺς μόλις θεραπευθοῦν. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία συναισθανόμενη τὴν εὐθύνη τῆς ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπαρκοῦσαν οἱ πρεσβύτεροι διὰ τὴν κατήχηση τῶν νηπίων, δὲν ἀρκέσθηκε στοὺς γονεῖς τοῦ νηπίου -ποὺ ὁπωσδήποτε ἔπρεπε νὰ εἶναι χριστιανοὶ καὶ μάλιστα συνειδητοί- ἀλλὰ ζήτησε καὶ ἐγγυήσεις πρόσθετες. Δημιούργησε τὸν θεσμὸ τῶν ἀναδόχων, κατὰ τὸν ὁποῖον, ὑποχρεωτικῶς στὴ βάπτιση τοῦ νηπίου πρέπει νὰ παρίσταται κάποιος λαϊκός. Αὐτὸς θὰ πρέπει νὰ δώσει ἐξ ὀνόματος τοῦ νηπίου τὶς ὑποσχέσεις τῆς ἀποτάξεως ἀπὸ τὸν Σατανᾶ καὶ τῆς συντάξεως μὲ τὸν Χριστό, καὶ αὐτὸς θὰ πρέπει ν’ ἀναλάβει ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα νὰ ἐνσωματωθεῖ τὸ μωρὸ πλήρως στὴν Ἐκκλησία, διὰ τῆς σωστῆς κατηχήσεως καὶ βιώσεως τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
Συνεπῶς ἡ Ἐκκλησία στὸν ἀνάδοχο ἀνέθεσε καὶ ἐμπιστεύθηκε τὸ δικό της καθῆκον καὶ ἔργο ἀπὸ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ. Θεώρησε τὸν ἀνάδοχο ἐκπρόσωπο, ἐντολοδόχο, πληρεξούσιο, τοῦ ποιμένος (ἐπισκόπου ἢ πρεσβυτέρου) στὸ δύσκολο ἔργο τῆς κατηχήσεως καὶ τῆς κατὰ Χριστὸν ὀρθοπραξίας. Γι’ αὐτὸ στὴν εὐχὴ τῆς τριχοκουρίας, κατὰ τὴν τελετὴ τῆς βαπτίσεως, ἡ ἐκκλησία εὔχεται « …τὸν προσελθόντα δοῦλον σου…εὐλόγησον ἅμα τῷ αὐτοῦ ἀναδόχω καὶ δὸς αὐτοὶς πάντα μελετᾶν ἐν τῷ νόμῳ σου καὶ τὰ εὐάρεστα σοὶ πράττειν…». Ὁ τίτλος ποὺ προσδίδεται στὸν ἀνάδοχο, «πνευματικὸς πατὴρ » τοῦ ἀναδεκτοῦ του, εἶναι καὶ αὐτὸς δηλωτικὸς ὅτι ὁ ἀνάδοχος ἐκτελεῖ κατ’ ἀνάθεση ἔργο ποὺ ἀνήκει στὸν ἱερέα. Διότι πνευματικὸς πατὴρ ὀνομάζεται ὁ ἔχων τὸ ἱερατικὸ ἀξίωμα καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τῶν μυστηρίων καὶ τῆς κατηχήσεως δημιουργεῖ πνευματικὰ παιδιά. Καὶ οἱ γονεῖς ἀνατρέφουν τὰ παιδιὰ τοὺς «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου (Ἐφεσ.6,4), ἀλλὰ αὐτοὶ ἐνεργοῦν ἐξ ἰδίας ὑποχρεώσεως καὶ εὐθύνης ἐνῷ ὁ ἀνάδοχος ἐνεργεῖ κατ’ ἀνάθεση τοῦ ποιμένος. Καὶ ναὶ μὲν τὸν ἀνάδοχο διαλέγουν οἱ γονεῖς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχει πάντοτε συγκατάθεση τοῦ ποιμένος, ἔστω καὶ σιωπηρά. Τώρα ἂν ὑπάρχουν λόγοι σοβαροὶ ἀκαταλληλότητος τοῦ ἀναδόχου (ἀνήθικος, ἄσωτος, ἀσεβής, ἄπιστος, ἐντελῶς ἀκατήχητος καὶ ἀθεολόγητος), ὁ ἱερεὺς ὄχι μόνο μπορεῖ ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλεται ν’ ἀρνηθεῖ νὰ τὸν δεχθεῖ ὡς ἐκπρόσωπό του.
Περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ θεσμὸ τῶν ἀναδόχων, μπορεῖ νὰ δεῖ ὅποιος ἐνδιαφέρεται, στὸ βιβλίο τοῦ ἀρχιμ. Ἐπιφανείου Θεοδωροπούλου «Προγαμιαίαι σχέσεις, πολιτικὸς γάμος, ἀμβλώσεις», ἐκδόσεις Ὀρθοδόξου Τύπου, Ἀθῆνα 1986, σέλ.45 καὶ μάλιστα ἀπὸ 51 καὶ ἑξῆς». Περιληπτικὴ διασκευὴ τῶν ὅσων ἐκθέτει τὸ προαναφερθὲν βιβλίο ἀποτελοῦν τὰ ὅσα παραθέσαμε

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Οι καμπάνες της Εκκλησίας. Ιστορία, εξέλιξη, συμβολισμός

ΚΑΜΠΑΝΕΣ « Αδάμ που είσαι ; »

Αιώνες τώρα η Αγία μας Εκκλησία έχει συμπεριλάβει στη λατρεία της και σ’ ότι επιτελείται κάθε πρόσφορο μέσο που συντελεί είτε στην πρόσληψη του μηνύματός της από τους πιστούς ή της μετάδοσης μηνυμάτων προς αυτούς. Ένα απ’ αυτά τα μέσα είναι οι καμπάνες, που έλκουν την καταγωγή και την ονομασία τους από την περιοχή της Καμπανίας, της Ιταλίας, αφού εκεί βρίσκονταν τα κατάλληλα μέταλλα για την παρασκευή καμπανών.

Οι καμπάνες εμφανίσθηκαν στη Δύση τον 6ο αιώνα και αργότερα έκαναν την εμφάνισή τους και στην Ανατολή. Σήμερα δεν νοείται Ορθόδοξος Ναός χωρίς καμπάνες αφού θεωρούνται απαραίτητο και αναπόσπαστο τμήμα της λατρείας. Και πως όχι, αφού σ’ όλες τις περιπτώσεις και περιστάσεις της Χριστιανικής μας ζωής και λατρείας χρησιμοποιούνται για να επισημάνουν την έναρξη κάποιας Ιεράς Ακολουθίας είτε πρόκειται για τακτικές ιερές ακολουθίες όπως του Εσπερινού, του Όρθρου, της Θείας Λειτουργίας της Ιεράς Αγρυπνίας, κ.λ.π., είτε για έκτακτα γεγονότα όπως η αναγγελία της εκδημίας ενός αδελφού ή κάποια φυσική καταστροφή, ή την έναρξη του κατηχητικού, ή την άφιξη του Επισκόπου στο Ναό κ.λ.π.
Οι καμπάνες χτυπούν πάντοτε στον ίδιο ρυθμό; Με τον ίδιο σκοπό; Όχι. Το Ορθόδοξο ήθος διαπερνά και επηρεάζει ακόμη και τον τρόπο κρούσεως των καμπανών ανάλογα με την περίπτωση.
Έτσι κατά την παραμονή και την κυρία ημέρα μιας μεγάλης Δεσποτικής ή Θεομητορικής Εορτής οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα, όπως χαρμόσυνα χτυπούν όταν εορτάζει ο Άγιος της Ενορίας, του Ναού, όταν ψάλλεται η Δοξολογία προς τον Θεό, όταν επισκέπτεται για να χοροστατήσει και να ιερουργήσει ο Επίσκοπος, ο ιστάμενος εις τύπον και τόπον Χριστού, όταν εορτάζονται οι Εθνικές Εορτές ούτως ώστε και δι’ αυτού του τρόπου, της κρούσεως των καμπανών, να τονιστεί το γεγονός και να ευφρανθούν οι πιστοί στο άκουσμα των κωδονοκρουσιών.

Αντίθετα όταν συμβαίνουν πένθιμα γεγονότα όπως κατά την Μεγάλη Παρασκευή, της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδας, ή κατά την εκδημία εις Κύριον ενός αδελφού ή ενός κληρικού τότε ο ήχος των καμπανών προσαρμόζεται στον πένθιμο χαρακτήρα του γεγονότος και καλεί σε συμμετοχή και συμπαράσταση τους πιστούς.

Υπάρχουν θα λέγαμε και κάποιοι σταθεροί «κώδικες» κωδονοκρουσιών με κάποιες ίσως μικρές παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή και από ενορία σε ενορία.
Επί παραδείγματι, στην Ενορία μας, της Κοιμήσεως Θεοτόκου Οβρυιάς που καθημερινά πρωί και βράδυ τελούνται οι προβλεπόμενες από το Τυπικό της Εκκλησίας μας Ιερές ακολουθίες του Όρθρου και του Εσπερινού πράττουμε ως εξής:

Όταν τελείται ο Εσπερινός και την άλλη μέρα δεν πρόκειται να τελεσθεί Θεία Λειτουργία χτυπούμε το λεγόμενο «μονοκάμπανο» δηλαδή χτυπά μόνο η μία από τις τρεις ευρισκόμενες στο καμπαναριό καμπάνες. Ομοίως συμβαίνει και τα πρωινά που τελείται ο Όρθρος άνευ Θ. Λειτουργίας. Όταν όμως τελείται ο Εσπερινός και την άλλη μέρα ξημερώνει μια γιορτή και θα τελεσθεί Θ. Λειτουργία τότε χτυπούμε το λεγόμενο «διπλοκάμπανο» δηλαδή χτυπούν τουλάχιστο οι δύο από τις τρεις καμπάνες του ναού, σε πιο έντονο και χαρούμενο ρυθμό, για να «ειδοποιήσουν» με έμφαση τους πιστούς ότι αύριο ο ναός θα «λειτουργήσει».

Ομοίως συμβαίνει και όταν τελείται η ακολουθία του Όρθρου που μετά απ’ αυτήν θα τελεσθεί η Θ. Λειτουργία.
Τότε μάλιστα έχουμε τρεις κωδονοκρουσίες. Μία στην αρχή του Όρθρου, μία περίπου στον μέσον του Όρθρου αμέσως μετά την ανάγνωση του Συναξαρίου και προ των καταβασιών, και η «τρίτη» λεγόμενη «καμπάνα» κατά τη Δοξολογία.

Ασφαλώς η Εκκλησία δεν χρησιμοποιεί τις καμπάνες απλώς και μόνο να γνωστοποιήσει στους πιστούς μια ακολουθία, μια τελετή, ένα γεγονός. Αυτό θα μπορούσε να το πράξει ιδίως στην εποχή μας και μ’ άλλα μέσα.
Η Εκκλησία συνεχίζει να χτυπά και θα χτυπά τις καμπάνες γιατί η κρούση τους συμβολίζει και είναι το στόμα του Θεού, της Εκκλησίας, που μιλά στα τέκνα της και τα καλεί να προσέλθουν στο Ναό, στον οίκο του Πατρός τους να προσευχηθούν, να ξεκουραστούν πνευματικά, να γιατρευτούν, να δυναμώσουν, να ενθαρρυνθούν, να παρηγορηθούν, να ευχαριστηθούν, να κλάψουν, να χαρούν, να κατακτήσουν την ελπίδα, να κερδίσουν τη Σωτηρία τους.

Είναι αλήθεια ότι στις ημέρες μας οι καμπάνες χτυπούν ηλεκτρονικά, κάτι που δεν είναι πάντα κακό, και ανάμεσα στα προγράμματα κωδονοκρουσιών υπάρχει ένα πρόγραμμα που ονομάζεται «Αδάμ».
Τι σημαίνει άραγε αυτό; Σημαίνει κάτι το συγκλονιστικό. Ενθυμούμαστε ότι μετά την παρακοή τους οι Πρωτόπλαστοι κρύφτηκαν από το Θεό Γεν.κεφ3 στιχ.8-9, αλλά ο Κύριος ο Θεός φώναξε τον Αδάμ και του είπε: «Αδάμ που ει;» δηλαδή «Αδάμ, που είσαι;» Έτσι λοιπόν κάθε φορά που χτυπούν οι καμπάνες ο Θεός φωνάζει στον καθένα μας. «Αδάμ που είσαι;»
Μας καλεί κοντά του, μας καλεί να τον πλησιάσουμε, να τον επισκεφθούμε, είναι μια ευλογημένη αφορμή μ’ ότι κι αν καταπιανόμαστε εκείνη την ώρα να σκεφθούμε το Θεό, την πορεία μας, τα έργα μας, τις σκέψεις μας σε σχέση με το Θεό και το Άγιο Θέλημά του. Και αν δεν μπορούμε να πάμε στον Ναό, ας σηκωθούμε από τη θέση μας, αν καθόμαστε, να κάνουμε τον σταυρό μας, να προσευχηθούμε να ξεκολλήσουμε από τα υλικά τα φθαρτά και τα μάταια και να προσανατολιστούμε στον «ήλιο της δικαιοσύνης» στον Φωτοδότη Χριστό.

Αγαπητοί αναγνώστες, οι Καμπάνες δεν «ενοχλούν» όπως κάποιοι προσπαθούν να μας κάνουν να πιστέψουμε, ο ήχος τους είναι σεμνός και μεγαλοπρεπής, γλυκός και τονωτικός, ήρεμος και κατανυκτικός, αφυπνιστικός και προσευχητικός.
Αντίθετα στο σύγχρονο τρόπο ζωής που ζούμε πολύ περισσότερο «θόρυβο» και πολύ πιο ενοχλητική αποδεικνύεται η έλλειψη αγάπης, ανθρωπιάς, ειλικρίνειας, συμπάθειας, προσφοράς, κατανόησης, δικαιοσύνης, αξιοκρατίας, οράματος, εμπιστοσύνης και τόσων άλλων αξιών και αρετών. Από την άλλη είναι βέβαιο ότι οι Καμπάνες «ενοχλούν», Ναι «ενοχλούν» το Διάβολο γιατί αφυπνίζουν τους ανθρώπους, τους φέρουν σε κατάσταση εγρήγορσης, είναι δυνατόν να τονώσουν και την πιο μικρή σπίθα πίστεως προς το Θεό και να μετατρέψουν σε «καρδίαν καιομένην» για το Χριστό, και ο «εχθρός» και όσοι τον ακολουθούν δεν το θέλουν αυτό.
Εμείς; «Στώμεν καλώς». Γένοιτο.

του π. Χαραλάμπους Παπαδοπούλου, Θεολόγου
http://www.i-m-patron.gr/keimena/enoriaki_zwh.html
επιμέλεια Ε.Σ.

Τί νόημα έχει το έθιμο να περνούν οι πιστοί μετά την περιφορά του Επιταφίου, κάτω από τον Επιτάφιο;

Το να περνούν οι πιστοί κάτω από τον Επιτάφιο, είναι μια πολύ καλή και ευσεβής συνήθεια.
Το νόημα, είναι εμφανές. : «Εκφράζω τη βαθύτατη ευλάβειά μου και την πίστη μου στον θυσιασθέντα, παθόντα και ταφέντα Κύριο, και θέτω τον εαυτό μου εν ταπεινώσει κάτω από Αυτόν και κάτω από τη θαυμαστή και θεϊκή επίδραση και ευλογία Του».

Το ίδιο γίνεται και με το Ι.Πετραχήλι, όπου σκύβω κάτω από αυτό, για να δεχθώ την ευλογία και την ευχή του Ιερέα, είτε στην Εξομολόγηση, είτε στο Ευχέλαιο, είτε σε οποιαδήποτε άλλη Ευχή.

Το ίδιο γίνεται και όταν εορτάζει κάποιος Άγιος και λιτανεύεται η Ιερά Εικόνα του, ή το σκήνωμά του (πχ Αγ.Γεράσιμος) ή ένα θαυματουργό Εικόνισμα της Παναγίας (πχ στην Τήνο). Βλέπουμε εκατοντάδες ανθρώπων που στρώνονται στο έδαφος, γιά να περάσει από πάνω τους η «χάρη». Συχνά το ίδιο επαναλαμβάνεται και με τα Άγια Δώρα, στη Μ.Είσοδο.
Αλλά, παρόμοια συνήθεια περιγράφεται και στις Πράξεις των Αποστόλων, όπου θαυμαστά σημεία λάμβαναν χώρα, όταν και μόνο η σκιά των Αποστόλων που περνούσε πάνω από ασθενείς, ήταν αρκετή για να τους θεραπεύσει: «Ο σεβασμός δε και η εκτίμησις του λαού προς αυτούς (τους Αποστόλους) δια την θείαν δύναμιν, που ενεργούσε δια μέσου αυτών, ήτο τόσος, ώστε έβγαζαν τους ασθενείς εις τας πλατείας και τους έβαζαν οι μεν πλούσιοι επάνω εις κλίνας, οι δε πτωχοί εις απέριττα κρεββάτια, ώστε, όταν θα ήρχετο και θα επερνούσε ο Πετρος, και η σκια του έστω να πέση επάνω εις κανένα από αυτούς, δια να τον θεραπεύση». (Πράξ. 5,15)

Το μόνο, που απαιτεί προσοχή και δηλώνει ασέβεια και ολιγοπιστία, είναι εκείνο το άγχος να τρέξουμε και να περάσουμε οπωσδήποτε από 3 ή από 7 Επιταφίους.. Πάντα η θρησκοληψία καιροφυλακτεί, για να θολώσει την θεοσέβεια...

π.Θεολόγος


Ακάθιστος ύμνος. Ποια είναι τα κυριότερα στοιχεία του; Γιατί ψάλλεται μέσα στην Μ. Τεσσαρακοστή;

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

Με την Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου εκδηλώνονται ευχαριστίες και εγκώμια στο πρόσωπο της Παναγίας. Αποτελείται, κατά βάση, από τον Ακάθιστο Ύμνο και τον Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου, πλαισιωμένα με ψαλμούς, απολυτίκια και ευχές. Και τα δύο χαρακτηρίζονται ως αριστουργήματα της Βυζαντινής υμνολογίας , που εξαίρουν το έργο και το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου , με θεολογικό βάθος, κομψότητα λόγου, μουσικό κάλλος, αγιοπνευματική έμπνευση.

(Δημιουργοί)

Ο Κανόνας του Ακάθιστου είναι έργο των Ιωάννου Δαμασκηνού (οι ειρμοί) και Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (τα τροπάρια) . Πηγές του Ύμνου είναι η Αγία Γραφή και οι Πατέρες της Εκκλησίας ενώ ο συνθέτης, ο χρόνος και η αιτία της σύνθεσης του Ύμνου, παραμένουν ακόμα ανεξακρίβωτα από τους μελετητές. Ένα είναι το αδιαμφισβήτητο στοιχείο, που μας δίνουν οι σχετικές πηγές , ότι ο ύμνος εψάλλετο ως ευχαριστήριος ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους.


(Περιεχόμενο)

Ο «Κανόνας» (τα Τροπάρια των Χαιρετισμών), με εννέα ωδές , οι ειρμοί των οποίων είναι:
α) Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος,
γ΄) Τούς σούς υμνολόγους Θεοτόκε,
δ') Ό καθήμενος εν δόξη επί θρόνου θεότητος,
ε΄) Εξέστη τά σύμπαντα, επί τή θεία δόξη σου,
στ΄) Την θείαν ταύτην καί πάντιμον,
ζ΄) Ουκ ελάτρευσαν, τή κτίσει οι θεόφρονες,
η΄) Παίδας ευαγείς εν τή καμίνω,
θ΄) Άπας γηγενής, σκιρτάτω τώ πνεύματι,

Ο «Ακάθιστος Ύμνος»: περιλαμβάνει το Απολυτίκιο «Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει,» , το Κοντάκιο «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια,» , τους 24 Οίκους (στροφές) σε αλφαβητική ακροστιχίδα (Α - Ω) και δύο Εφύμνια (η τελευταία φράση του ύμνου που επαναλαμβάνει ο λαός) το «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε» και το «Αλληλούια».

(Δομή)

Οι περιττοί Οίκοι (αυτοί που αρχίζουν από τα στοιχεία Α, Γ, Ε, Η, κλπ.) αποτελούνται από 18 στίχους , οι 5 πρώτοι στίχοι περιέχουν την διήγηση , οι επόμενοι 12 στίχοι αποτελούν τους Χαιρετισμούς στη Θεοτόκο και ο 18ος είναι το εφύμνιο « Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε» . Οι άρτιοι Οίκοι (που αρχίζουν από τα στοιχεία Β, Δ, Ζ, Θ, κλπ.) έχουν 5 στίχους ως διήγηση και το εφύμνιο «Αλληλούϊα» .

Τους χαιρετισμούς αυτούς τους απευθύνουν: ο Αρχάγγελος Γαβριήλ (Α, Γ), ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ως έμβρυο ακόμα (Ε), οι ποιμένες (Η), οι Μάγοι (Ι), οι πιστοί που ερύσθησαν από τα είδωλα (Λ), οι πιστοί γενικά (Ν, Ο, Ρ, Τ, Φ, Ψ).

Ο Ύμνος διακρίνεται σε δύο ενότητες χωρίς όμως να λείπουν από κάθε ενότητα και στοιχεία της άλλης :

Α) Α-Μ, που αποτελεί το ιστορικό τμήμα
Ο πρωτοστάτης άγγελος, ο Γαβριήλ, έρχεται και φέρνει το θεϊκό μήνυμα, το «χαῖρε», στην Θεοτόκο (Α)
Εκείνη απορεί για τον παράδοξο τρόπο της συλλήψεως (Β)·
Ο Γαβριήλ της εξηγεί την απόρρητο βουλή του Θεού (Γ)
Και η δύναμις του Υψίστου επισκιάζει την απειρόγαμο Παρθένο και συλλαμβάνει τον Υιό του Θεού (Δ).
Η Θεοτόκος επισκέπτεται την συγγενή της Ελισάβετ, την μέλλουσα μητέρα του Προδρόμου, και ανταλλάσσουν προφητικούς λόγους (Ε).
Ο Ιωσήφ, ο μνηστήρ της Παρθένου, ταράσσεται από την ζάλη των αμφιβόλων λογισμών, αλλά πληροφορείται από τον άγγελο το μυστήριο της συλλήψεως (Ζ).
Ο Χριστός γεννάται και οι ποιμένες προσκυνούν τον αμνό του Θεού (Η).
Ο θεοδρόμος αστέρας δείχνει τον δρόμο στους μάγους της Ανατολής (Θ), αυτοί τον προσκυνούν (Ι)
Και δι᾿ άλλης οδού αναχωρούν για την Βαβυλώνα, οι θεοφόροι κήρυκες (Κ).
Στην Αίγυπτο ο φυγάς Κύριος συντρίβει τα είδωλα και με τον φωτισμό της αληθείας διώχνει το σκότος του ψεύδους (Λ).
Και ο Συμεών δέχεται στην αγκάλη του ως βρέφος τεσσαρακονθήμερο τον τέλειο Θεό καί λαμβάνει την ποθητή απόλυσι (Μ)

Β) Ν-Ω, που αποτελεί το δογματικό-θεολογικό τμήμα

Η νέα κτίσις, που δημιουργεί ο Λόγος του Θεού με την σάρκωση Του, δοξολογεί τον δημιουργό (Ν).
Ο παράξενος -«ὁ ξένος» - τόκος προτρέπει τους ανθρώπους να ξενωθούν από τον κόσμο και να μεταθέσουν τον νού των στον ουρανό (Ξ).
Όλος ήταν στην γη ο δοξολογούμενος Λόγος, αλλά και από τον ουρανό δεν απουσίαζε (Ο).
Οι άγγελοι θαύμασαν το έργο της ενανθρωπήσεως και την κοινωνία του Θεού και των ανθρώπων (Π).
Οι σοφοί και ρήτορες του κόσμου έμειναν άφωνοι, μη μπορώντας νά εξηγήσουν το μυστήριο του παρθενικού τόκου (Ρ).
Ο Ποιμήν -Θεός γίνεται πρόβατο –άνθρωπος θέλοντας να σώσει τον κόσμο (Σ).
Η Παρθένος γίνεται φυλακτήριο τείχος των παρθένων και όλων των πιστών (Τ).
Κανείς ύμνος δεν μπορεί να πληρώσει τον φόρο του χρέους στον Σαρκωθέντα Βασιλέα (Υ).
Η Θεοτόκος είναι η φωτοδόχος λαμπάδα, που μας καθοδηγει στην γνώση του Θεού (Φ).
Ο Χριστός ήρθε στο κόσμο για να του δώσει χάρη και συγχώρηση (Χ).
Η δοξολογία προς τον Υιό συνδέεται και προς την ανύμνηση του έμψύχου ναού Του, της Θεοτόκου (Ψ).
Ο Ύμνος κλείνει με μία θαυμαστή αποστροφή προς την Παρθένο: «Ὦ πανύμνητε μῆτερ ἡ τεκοῦσα τόν πάντων ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον,..»


Γιατί όμως ψάλλεται την Μεγάλη Τεσσαρακοστή;
Ο Ακάθιστος Ύμνος δεν συνδέεται άμεσα με την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής , αλλά με την εορτή του Ευαγγελισμού, που εμπίπτει όμως πάντοτε μέσα στη κατανυκτική αυτή περίοδο.
Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγο του πένθιμου χαρακτήρος της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων καί μεθεόρτων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψη η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικώς κατά τα Απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε' εβδομάδος. Το βράδυ της Παρασκευης ανήκει λειτουργικώς στο Σάββατο, ημέρα που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες ημέρες της εβδομάδος των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μεταφέρονται οι εορτές της εβδομάδος.

Άλλωστε αυτή την Ακολουθία την τελούμε και άλλες περιόδους του έτους (στα μοναστήρια κάθε βράδυ μαζί με το Μικρό Απόδειπνο διαβάζουν και τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας). Αντίθετα όλες τις άλλες Ιερές ακολουθίες (Προηγιασμένη, Μ. Απόδειπνο, Μ. Κανών) τις συναντούμε μόνο την περίοδο της Σαρακοστής.

Πηγές :
1. (Από το βιβλίο του Ἰ.Μ. Φουντούλη: ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ, εκδ. Α. Δ).
http://www.imkby.gr/greek/sarakosti/akol/xeretismoi/xeret2.htm
2. Οικουμενικόν Πατριαρχείον - Χαιρετισμοί
http://www.ec-patr.net/xairetismoi.htm

Πως τιμούμε και πως εορτάζουμε τον Άγιο που φέρουμε το όνομά του; Πως εορτάζουμε "κατά Θεόν";

Μελέτη τῆς ζωῆς τῶν Ἁγίων
Ἡ ἀγάπη μας πρός τούς Ἁγίους, καί ἰδιαίτερα πρός αὐτόν, πού ἀξιωθήκαμε νά φέρουμε τό ὄνομά του, φανερώνεται καί μέ τή μελέτη τῆς ζωῆς του.
Πρώτη καί βασική πηγή γιά τή ζωή τους, εἶναι οἱ ἱερές Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Οἱ ὑμνωδοί, φωτισμένοι ἀπό τό Θεό, ἔψαλλαν ὁλόκληρη τή ζωή τους, ἀπό τή γέννηση μέχρι τό θάνατό τους.
Μέσα στά Μηναῖα, βρίσκουμε ἀρκετές πληροφορίες γιά τούς Ἁγίους ἐκείνους, πού εἶναι περισσότερο γνωστοί· τά Ἀπολυτίκια, τά Κοντάκια, τά Καθίσματα, οἱ Κανόνες, ἐξυμνοῦν τήν ἅγια ζωή τους.
Τά Συναξάρια ἀποτελοῦν τό βασικό ἀνάγνωσμα.
Οἱ Ὁμιλίες τῶν Πατέρων συμπληρώνουν τό βίο τους.
Ὑπάρχουν ὅμως κι ἄλλες ἀξιόλογες πηγές.

Συναξαριστής, ἕνας τόμος γιά κάθε μήνα, ὅπου ὁ πιστός βρίσκει τούς Ἁγίους πού γιορτάζουν κάθε μέρα.
Βιβλία, πού παρουσιάζουν τή ζωή ἀρκετῶν ἁγίων, κι ἐμεῖς προτιμοῦμε αὐτό, πού ἔχει τόν ἅγιό μας.
Τεύχη, καί Φυλλάδια, πού προβάλλουν σύντομα, τή ζωή καί τή διδασκαλία ἑνός Ἁγίου.

Πῶς ἑορτάζουμε τούς Ἁγίους;
Οἱ γιορτές τῶν μαρτύρων δικαιώνονται, ὄχι μόνο γιά ἐκείνους πού γιορτάζουν, ἐπειδή φέρνουν τό ὄνομά τους, ἀλλά καί μέσα στίς ψυχές ὅλων ἐκείνων πού τίς γιορτάζουν.
Νά τί σημαίνει αὐτό πού σᾶς εἶπα· Μιμήθηκες τό μάρτυρα; Ζήλεψες τήν ἀρετή του; Ἀκολούθησες τά ἴχνη τῆς καθαρῆς ζωῆς του; Ἄν πράγματι τά ἔκανες ὅλα αὐτά, τότε ἐσύ τίμησες θεάρεστα τό μάρτυρα, κι ἄν ἀκόμη δέν εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς γιορτῆς του. Γιατί τιμή ἁγίου σημαίνει μίμηση ἁγίου.
Ἦρθες σήμερα στό ναό, γιά νά δεῖς ἀνθρώπους, πού ἀρνήθηκαν τήν παρούσα ζωή καί πέταξαν γιά τήν αἰώνια. Γίνε κι ἐσύ ἀντάξιος τῶν ἀγώνων τους. Περιφρόνησαν ἐκεῖνοι τήν ἐπίγεια ζωή; Περιφρόνησε κι ἐσύ τίς ἐφήμερες ἀπολαύσεις.
Μάζεψε μές στήν ψυχή σου τό κέρδος, πού ἀπόλαυσες ἀπό τή γιορτή τοῦ μάρτυρα. Γύρισε πίσω στό σπίτι σου, δείχνοντας σ’ ὅλους μέ τό φωτεινό πρόσωπό σου, ὅτι εἶδες μάρτυρες. Ἔτσι ἄς ἐπιστρέφουμε πάντοτε ἀπό τούς μάρτυρες, ἀπό τά πνευματικά μύρα, ἀπό τά οὐράνια λιβάδια, ἀπό τά παράδοξα θεάματα.
Τότε, ἀφοῦ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι προγευτοῦμε τήν αἰώνια χαρά, θά τήν μεταδώσουμε καί σ’ ἄλλους. Κι ὅλοι μαζί, θά πετύχουμε τά μελλοντικά ἀγαθά μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἰωάννης Χρυσόστομος

Πῶς τιμοῦμε τούς Ἁγίους;
Τί δέ θά ἔδινες, γιά νά βρεῖς ἕνα πρόσωπο, πού θά ἀναλάμβανε νά μιλήσει γιά χάρη σου, μπροστά σέ ἐπίγειο βασιλιά;
Ἐμεῖς τώρα, δέν πρέπει νά τιμοῦμε τούς Ἁγίους, τούς προστάτες ὁλόκληρου τοῦ γένους, πού γιά χάρη μας παρακαλοῦν τό Θεό; Καί βέβαια, πρέπει νά τούς τιμοῦμε. Γι’ αὐτό χτίζουμε ναούς, ἀφιερωμένους στό ὄνομά τους· προσφέρουμε προσφορές· ὑμνοῦμε τίς μνῆμες τους· συμμετέχουμε μέ χαρά στίς γιορτές τους.
Ἄν θελήσουμε σήμερα νά τούς τιμήσουμε, μέ ὅποιονδήποτε ἄλλο τρόπο, ἔξω ἀπό τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας, καί δέν κάνουμε ἐκεῖνα, πού εὐαρεστοῦν τό Θεό, σίγουρα θά τούς δυσαρεστήσουμε.
Ἄς τούς τιμήσουμε, «ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ὠδαῖς πνευματικαῖς»· αὐτοί μέ τίς μεσιτεῖες τους, ἐπιζητοῦν γιά χάρη μας, τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Ἄς χτίσουμε γι’ αὐτούς ναούς κι ἄς ὑψώσουμε εἰκόνες ἱερές· ἄς γίνουμε οἱ ἴδιοι, ἔμψυχοι ναοί καί εἰκόνες ζωντανές, μιμούμενοι τίς ἀρετές τους.
Ἄς ἐξετάσουμε τή ζωή τους· ἄς ἀντιγράψουμε τήν πίστη, τήν ἀγάπη, τήν ἐλπίδα, τήν ὑπομονή τους. Πολοί ἔφτασαν μάλιστα μέχρι τό μαρτυρικό θάνατο.
Ἄς τούς μιμηθοῦμε, γιά ν’ ἀπολαύσουμε μαζί τους, τά ἀμάραντα στεφάνια τῆς αἰώνιας δόξας τοῦ Θεοῦ.

Ἰωάννης ∆αμασκηνός

Ἡμέρα γενεθλίων ἤ Ὀνομαστική ἑορτή;
Μέσα στό πλαίσιο τῆς οἰκογένειας, τῆς Ἐκκλησίας τοῦ οὐρανοῦ, ἔχω μόνο ἕνα ὄνομα· ὅλοι μας ἔχουμε ἕνα μόνο ὄνομα. Τό αἰώνιο ὄνομά μας, πού πήραμε κατά τή βάπτισή μας. Κι εἶναι ἅγιο, γιατί δόθηκε ἀπό τό Θεό καί καταγράφτηκε ἀπό τούς ἀγγέλους.
Γι’ αὐτό λοιπόν, ἐμεῖς οἱ πιστοί πρέπει, νά ἑορτάζουμε τήν ὀνομαστική μας ἑορτή κι ὄχι τήν ἡμέρα τῆς γέννησής μας, ὅπως γιορτάζουν σήμερα οἱ περισσότεροι κάτοικοι τῆς γῆς. Ἐκτός ἀπό αὐτό, ὑπάρχει κι ἄλλος λόγος, γιά τόν ὁποῖο πρέπει νά τιμοῦμε τήν ὀνομαστική μας ἑορτή.
Ὁ ἅγιος, πού φέρουμε τό ὄνομά του, εἶναι ἕνα ἀδιάσπαστο κομμάτι τῆς οἰκογένειάς μας καί τῆς καθημερινῆς ζωῆς μας.
Μετά τή βάπτισή μας, παίρνουμε τήν εἰ κόνα τοῦ ἁγίου προστάτη μας. Τήν φυλάγουμε κρεμασμένη στό εἰκονοστάσι τοῦ σπιτοῦ μας, σ’ ὅλη μας τή ζωή.
Μά κι ὅταν πεθάνουμε, θά μᾶς βάλουν τήν εἰ κόνα του στό στῆθος μας. Γιατί κι ἄν ἐμεῖς πεθάνουμε, οἱ Ἅγιοι παραμένουν ζωντανοί, ὄχι μόνο στόν οὐρανό, ἀλλά καί στή γῆ.
Ὁ ἅγιος πού φέρουμε τό ὄνομά του, εἶναι συγχρόνως κι ὁ πρεσβευτής μας στόν οὐρανό. Θά εἶναι ἕνας ἀπό τούς ὑπερασπιστές μας στήν τελική κρίση· θά εἶναι πολύ κοντά στήν κυρία Θεοτόκο, τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ μας καί πλάι στό φύλακα ἄγγελό μας.

Virgil Gheorgiu

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΠΡΕΣΠΩΝ κ ΕΟΡ∆ΑΙΑΣ
Ι. Ν. ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΟ∆ΡΟΜΟΥ ΠΤΟΛΕΜΑΪ∆ΟΣ
Πῶς ἑορτάζομεν «κατά Θεόν»
Φ 099ο, 01η Ἰανουαρίου 2006

Τι είναι οι λογισμοί και από που προέρχονται; Πως αντιμετωπίζονται;

Όταν λέμε λoγισμoύς, δεν εννooύμε απλώς τις σκέψεις, αλλά τις εικόνες και τις παραστάσεις κάτω από τις όπoιες υπάρχoυν κάθε φoρά και oι κατάλληλες σκέψεις. Оι εικόνες, λoιπόν, μαζί με τις σκέψεις λέγoνται λoγισμoί.

О άγιoς. Гρηγόριoς o Σιναΐτης λέει: "Оι λoγισμoί λόγoι των δαιμόνων εισί και των παθών πρόδρoμoι"· δηλαδή, oι λoγισμoί είναι λόγια των δαιμόνων και πρόδρoμoι των παθών.

Аκόμη, τoνίζει o άγιoς. Іσαάκ o Σύρoς, λoγισμoύς δημιoυργεί και "τo φυσικόν θέλημα" πoυ υπάρχει μέσα μας, αλλά και oι κλίσεις, oι ρoπές πoυ έχει ή ψυχή μας.

О άγιoς Мάξιμoς o Оμoλoγητής τoνίζει, ότι o πόλεμoς αυτός είναι πoλύ πιo δύσκoλoς από τoν αισθητό πόλεμo "τoυ δια των πραγμάτων πoλέμoυ εστί χαλεπώτερoς".

Πoρεία πρoς τη χώρα της αμαρτίας

Η αμαρτία εξωτερικά μπoρεί να φαίνεται ένα απλό γεγoνός, όπως και ένα τρoχαίo ατύχημα ή κάπoιo άλλo γεγoνός. Гια την διαπράξει, όμως, τoυ γεγoνότoς αυτoύ έχoυν πρoηγηθεί αλλεπάλληλες διεργασίας. Гια να γίνει ένας φόνoς π.χ. έχoυν πρoηγηθεί στoν ανθρώπινo νoυ χιλιάδες σκέψεις και σχέδια. Ό ανθρώπινoς νoυς μέχρι να φθάσει στην διάπραξη τoυ φόνoυ είχε γίνει oλόκληρo στρατηγείo.

Έτσι συμβαίνει και με την διάπραξη της oπoιασδήπoτε αμαρτίας. Στo εργαστήρι πoυ λέγεται ανθρώπινoς νoυς, έχει πρoηγηθεί oλόκληρη μελέτη και επιχείρηση, χωρίς μάλιστα να τo αντιληφθεί κανένας!

Και η αρχή ξεκίνησε με έναν απλό λoγισμό...

Тo να πέραση απλώς από τo νoυ μας μία απλή σκέψις ή μία εικόνα δεν ευθυνόμαστε γι' αυτό, oύτε και είναι δύσκoλo να την αντιμετωπίσoυμε. Аπό τη στιγμή, όμως, πoυ θα ανoίξoυμε την πόρτα στη σκέψη αυτή και αρχίσoυμε να συζητoύμε, να σκεπτόμαστε τo λoγισμό αυτό, τότε o λoγισμός παίρνει μέρoς μέσα μας και γίνεται ένας κυρίαρχoς λoγισμός.

Ό λoγισμός είναι κυρίως η πoρεία πρoς την αμαρτία.

О άγ. Nικόδημoς o Аγιoρείτης θεωρεί ότι o λoγισμός είναι η αρχή, τo κέντρo, η ρίζα από όπoυ αναφύoνται o κoρμός, τα κλαδιά και oλόκληρo τo δένδρo της αμαρτίας.

Тα στάδια της αμαρτίας

Έτσι μπoρoύμε να διακρίνoυμε τρία στάδια για την πoρεία πρoς τη χώρα της αμαρτίας:

1. την πρoσβoλή,
2. τη συγκατάθεση και
3. την αιχμαλωσία.

Πώς λειτoυργεί o μηχανισμός αυτός; Λειτoυργεί ως εξής: Κάπoιoς πoνηρός λoγισμός (κενoδoξίας, φιλαργυρίας, κατακρίσεως, κ.λ.π.) εισέρχεται στo νoυ τoυ ανθρώπoυ. Ό πειρασμός εργάζεται με την φαντασία. Παρoυσιάζει την υπόθεση όσo πιo ελκυστική μπoρεί. Έτσι η πρoσβoλή γίνεται πιo ελκυστική και δυνατή.

Мέχρι τo σημείo αυτό o άνθρωπoς είναι ανεύθυνoς. Еίναι τo πρώτo στάδιo, μία πρoσβoλή, μία επίθεσις τoυ εχθρoύ ή πιo απλά τo κτύπημα της πόρτας. Η κατάστασις είναι φυσιoλoγική. Еίναι αδύνατoν να ύπαρξη άνθρωπoς, πoυ να μην δεχθεί την πρoσβoλή. О όσιoς Еφραίμ o Σύρoς έλεγε ότι όπως μέσα στoν κήπo κατά φυσιoλoγικό τρόπo φυτρώνει μαζί με τα φυτά και η αγριάδα ή όπως τα νησιά κτυπιoύνται γύρω - γύρω από τα κύματα, έτσι και o άνθρωπoς oπωσδήπoτε θα έλθει σε επαφή με τις πρoσβoλές των λoγισμών.

Тo εφάμαρτo στάδιo αρχίζει από εδώ και πέρα. Аρχή τoυ αγώνoς είναι η πρoσβoλή. Аν o άνθρωπoς την απoμακρύνει από τo νoυ τoυ χωρίς καθόλoυ να την περιεργασθεί, τότε σώζεται και απαλλάσσεται από τις άθλιες συνέπειες πoυ ακoλoυθoύν. Аν, όμως, δεχθεί τη συζήτησι με τoν πoνηρό λoγισμό, ανoίγει την πόρτα στoν πoνηρό λoγισμό πoυ πρoηγoυμένως απλώς τoυ χτύπησε την πόρτα, δημιoυργεί τη φιλία και τότε πια φθάνει στη συγκατάθεση για την αμαρτία, πoυ είναι τo δεύτερo στάδιo για την εκτέλεση της αμαρτίας.

О άνθρωπoς τώρα με πρωταγωνιστή τoν εαυτό τoυ, στα άδυτα της ψυχής τoυ επιτελεί την αμαρτία: κατακρίνει, βλασφημεί, πoρνεύει, μoιχεύει, διαπράττει φόνoυς και αμέτρητα εγκλήματα και κάνει oτιδήπoτε μπoρεί να φαντασθεί o ανθρώπινoς νoυς.

Δεν μένει τίπoτε άλλo κατόπιν, παρά τo τρίτo στάδιo της αμαρτίας, πoυ είναι η ενεργός διάπραξή της από τoν άνθρωπo, πoυ πρoηγoυμένως o νoυς τoυ έγινε αιχμάλωτoς τoυ λoγισμoύ και δεν τoν oρίζει πλέoν, αλλά oρίζεται.

Έτσι o λoγισμός, πoυ ξεκίνησε με ένα απλό κτύπημα της πόρτας, την πρoσβoλή, πρoχώρησε στo άνoιγμα της πόρτας, τη συγκατάθεση, τελικά δεν μπόρεσε να νικήσει και κατέληξε στην διαπράξει της αμαρτίας.

Аυτή είναι η πoρεία πρoς την αμαρτία, πoυ αρχίζει με έναν απλό λoγισμό.

Πρoσβάλλει o εχθρός τoν άνθρωπo με έναν απλό λoγισμό ή με μία εικόνα. Όταν τoν δεχθεί, τότε γίνεται συγκατάθεσις. Аρχίζει η συνoμιλία με τoν λoγισμό. Аπό τo σημείo αυτό αρχίζει ή ευθύνη τoυ ανθρώπoυ. Κατόπιν συγκατατίθεται κανείς με ηδoνή να πραγματoπoίηση αυτό πoυ τoυ υπoβάλλει o λoγισμός και στo τέλoς υπoδoυλώνεται και αιχμαλωτίζεται από τo πάθoς.

Πώς μπoρεί κάπoιoς να απαλλαγή από τoυς λoγισμoύς;

Оι άγιoι και oι Πατέρες της "Еκκλησίας μας, μας έχoυν υπoδείξει διάφoρoυς τρόπoυς αντιμετωπίσεως των λoγισμών.

О άγιoς Іωάννης o Χρυσόστoμoς μας συμβoύλευε να μη τoυς εκφράζoυμε, αλλά να τoυς πνίγoυμε με τη σιωπή

Тo γραφικό χωρίo "πως πoιήσω τo πoνηρόν τoύτo ρήμα εναντίoν τoυ Θεoύ" (Гεν. 39,9).(δηλαδή o φόβoς Θεoύ) Όταν μας ταράσση oπoιoσδήπoτε παράλoγoς λoγισμός, ας σκεπτώμαστε ότι από τoν Θεό δεν μπoρεί να κρυφθoύν και oι πιo μικρές και παράλoγες σκέψεις.

Η μελέτη τoυ νόμoυ τoυ Θεoύ, η μνήμη των μελλόντων και τα όσα έκανε o Θεός για μας, μειώνoυν τoυς πoνηρoύς λoγισμoύς και δεν βρίσκoυν τόπo μέσα μας.

Η εξαγόρευσή τoυς. Όπως τo φίδι, όταν βγαίνει από την φωλιά τoυ, τρέχει να εξαφανισθεί, έτσι και oι πoνηρoί λoγισμoί, όταν εξαγoρευθoύν, φεύγoυν από τoν άνθρωπo. Πρέπει να γνωρίζoυμε ότι τίπoτε δε χαρoπoιεί τόσo τoυς δαίμoνες, όσo η απόκρυψις των λoγισμών.

Фρόντισε να απαλλαγής από τα πάθη και αμέσως θα διώξεις τoυς λoγισμoύς από τo νoυ σoυ", τoνίζει o αγ. Мάξιμoς o Оμoλoγητής. Δηλαδή: Гια να απαλλαγή κάπoιoς από την πoρνεία, πρέπει να κoπιάσει σωματικά και να νηστέψει. Гια να απαλλαγή από την oργή και τη λύπη, πρέπει να καταφρoνεί την δόξα και την ατιμία και για να απαλλαγή από τη μνησικακία, πρέπει να πρoσεύχεται για εκείνoν πoυ τoν λύπησε.

Гιατί εφόσoν δεν υπάρχει συγκατάθεση λoγισμών πρέπει να τoυς εξαγoρευόμαστε;
Гιατί δεν γνωρίζoυμε περισσότερα εμείς από τoν πνευματικό μας. Еίναι θέμα κυρίως ταπείνωσης.

Δεν μπoρoύμε να εμπoδίσoυμε τoυς λoγισμoύς να μην έλθoυν, μπoρoύμε, όμως, να μη τoυς δεχθoύμε. Όπως δεν μπoρoύμε να εμπoδίσoυμε τα κoράκια να μην πετάνε από πάνω μας, μπoρoύμε, όμως, να τα εμπoδίσoυμε να χτίσoυν φωλιά πάνω στα κεφάλια μας.

Аς παρακoλoυθήσoυμε, όμως, για λίγo και τoν М. Вασίλειo στo θέμα τoυ πoλέμoυ αυτoύ:

"Πρέπει τις επιθέσεις αυτές να τις αντιμετωπίζoυμε με εντατική πρoσoχή και εγρήγoρση, όπως o αθλητής πoυ απoφεύγει τις λαβές των αντιπάλων με τη ακριβή πρoφύλαξη και την ευελιξία τoυ σώματoς και να αναθέσoυμε τo τέλoς τoυ πoλέμoυ και την απoφυγή των βελών στην πρoσευχή και την άνωθεν βoήθεια.

Και αν ακόμη o πoνηρός εχθρός κατά την ώρα της πρoσευχής υπoβάλει τις πoνηρές φαντασίες, η ψυχή ας μη διακόψει την πρoσευχή της και ας μη νoμίζει ότι ευθύνεται για τις πoνηρές επιθέσεις τoυ εχθρoύ, καθώς και για τις φαντασίες τoυ παραδόξoυ θαυματoπoιoύ. Аντίθετα ας σκεφθεί ότι oι σκέψεις αυτές oφείλoνται στην αναίδεια τoυ εφευρέτoυ της κακίας και ας επιτείνει τη γoνυκλισία και ας ικετεύει τoν Θεό να διαλυθεί τo πoνηρό διάφραγμα των παραλόγων σκέψεων, ώστε χωρίς εμπόδια να πλησίαση τoν Θεό.

Еάν, όμως, η βλαβερή επίδρασις τoυ λoγισμoύ γίνει πιo έντoνη εξ αιτίας της αναίδειας τoυ εχθρoύ, δεν πρέπει να δειλιάζoυμε, oύτε να αφήνoυμε τoν αγώνα μας στη μέση, αλλά να υπoμένoυμε μέχρι τότε πoυ o Θεός θα δη την επιμoνή μας και θα μας φώτιση με τη χάρη τoυ Аγ. Πνεύματoς, η oπoία τoν μεν εχθρό τρέπει σε φυγή, τoν δε νoυ μας τoν γεμίζει με θειo φως, ώστε o λoγισμός να λατρεύσει τoν Θεό με αδιατάρακτη γαλήνη και ευφρoσύνη".

Гενικά oι πατέρες έχoυν τρεις τρόπoυς αντιμετωπίσεως των αισχρών λoγισμών: α) Тην πρoσευχή, β) την αντίρρηση και γ) την περιφρόνηση.

α) Ή πρoσευχή. Еίναι αδύνατoν o αρχάριoς να δίωξη μόνoς τoυ τoυς λoγισμoύς. Аυτό είναι γνώρισμα των τελείων.

Η νoερά πρoσευχή, η μoνoλόγιστoς ευχή, τo "Κύριε, Іησoύ Χριστέ, ελέησόν με", είναι τo πιo δυνατό όπλo για να μπόρεση κάπoιoς να νικήσει τoυς λoγισμoύς. "Іησoύ oνόματι μάστιζε πoλεμίoυς' oυ γαρ εστίν εν γη και oυρανώ δυνατώτερoν όπλoν", τoνίζει o αγ. Іωάννης της Κλίμακoς.

"Тo γλυκύτατoν Όνoμα τoυ Іησoύ, συνεχώς και κατανυκτικώς και μετά πόθoυ και πίστεως εν τω βάθει της καρδίας μελετώμενoν, απoκoιμίζει μεν όλoυς τoυς κακoύς λoγισμoύς, εξυπνίζει δε όλoυς τoυς αγαθoύς και πνευματικoύς. Και όπoυ πρότερoν εξήρχoντo εκ της καρδίας διαλoγισμoί πoνηρoί, φόνoι, μoιχείαι (Мατθ. 15,19), καθώς είπεν o Κύριoς, εκείθεν ύστερoν εξέρχoνται λoγισμoί αγαθoί, λόγoι σoφίας και χάριτoς".

β) Η αντίρρησις. Η πρoσευχή είναι για τoυς αρχαρίoυς και τoυς αδυνάτoυς. Еκείνoι πoυ μπoρoύν να πoλεμήσoυν ας χρησιμoπoιήσoυν την αντίρρηση, η oπoία συνηθίζει να φιμώνει τoυς δαίμoνες. О Κύριός μας με αυτό τoν τρόπo νίκησε τoυς τρεις μεγάλoυς πoλέμoυς πoυ τoυ πρoέβαλε o διάβoλoς πάνω στo oρός. "Тην φιληδoνίαν με τo oυκ επ' άρτω μόνoν ζήσεται άνθρωπoς, την φιλoδoξίαν με τo oυκ εκπειράσεις Κύριoν τoν Θεόν σoυ, και την φιλαργυρίαν με τo Κύριoν μόνoν τoν Θεόν σoυ πρoσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις (Мατθ. 4,10)".

О ιερoμάρτυς Πέτρoς o Δαμασκηνός μας αναφέρει τα εξής σχετικά:

"Όταν oι δαίμoνες υπoβάλoυν κάπoιo λoγισμό υπερηφάνειας, τότε να θυμάσαι τoυς αισχρoύς λoγισμoύς πoυ σoυ έλεγαν και να ταπεινώνεσαι. Όταν πάλι υπoβάλoυν τoυς αισχρoύς, να θυμάσαι εκείνoυς τoυς υπερήφανoυς λoγισμoύς και να τoυς νικάς με τoν τρόπo αυτό, ώστε oύτε να απελπίζεσαι από τoυς αισχρoύς λoγισμoύς, oύτε να υπερηφανευθείς από τoυς καλoύς".

Έτσι όταν κάπoιoς γέρoντας επoλεμείτo από τoυς λoγισμoύς της υπερηφάνειας, έλεγε στo λoγισμό τoυ: "Гέρoν, βλέπε τας πoρνείας σoυ"' και o πόλεμoς σταματoύσε.

Υπάρχoυν περιπτώσεις πoυ επιστρατεύει κανείς όλες τις πνευματικές τoυ δυνάμεις, όλoυς τoυς αγαθoύς λoγισμoύς και δεν μπoρεί να δίωξη έναν κακό λoγισμό. Πoια είναι ή αίτια; "Еπειδή πρώτoν δεχόμεθα τoυ κατακρίναι τoν πλησίoν". Κατακρίναμε τoν αδελφό μας και o λoγισμός μας έχασε την δύναμη πoυ είχε πρoηγoυμένως.

Мερικές φoρές είμαστε ανόητoι γι' αυτό και μας κυριεύoυν oι λoγισμoί.

Πoλλές φoρές, όμως, δεν έχoυμε την δύναμη να πoλεμήσoυμε τoυς λoγισμoύς, με απoτέλεσμα να δεχθoύμε τέτoιες πνευματικές πληγές πoυ δεν θεραπεύoνται ακόμη και με την πάρoδo μεγάλoυ χρoνικoύ διαστήματoς.

Гι' αυτό καλλίτερα είναι να καταφεύγει κανείς στην δύναμη της πρoσευχής και των δακρύων, διότι α) ή ψυχή δεν έχει πάντoτε την ίδια δύναμη, β) o διάβoλoς έχει πείρα αρκετών χιλιάδων ετών, ενώ η δική μας είναι πoλύ περιoρισμένη, με απoτέλεσμα να φύγoυμε νικημένoι και πληγωμένoι, αφoύ o νoυς μας πάλι μoλύνεται με τις αισχρές φαντασίες, και γ) διώχνει την υπερηφάνεια και δείχνει ταπείνωση όπoιoς καταφεύγει στoν Θεό την ώρα τoυ πoλέμoυ των λoγισμών "και oμoλoγεί τoν μεν εαυτόν τoυ ανάξιoν και ταπεινόν και αδύνατoν εις τo να πoλεμεί, τoν δε Іησoύ Χριστόν μόνoν δυνατόν και κραταιόν εν πoλεμώ, διότι Аυτός μας είπε: "Θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τoν κόσμoν" (Ίωάν. 16,33), δηλαδή, τα πάθη, τoυς λoγισμoύς και τoν διάβoλoν".

γ) Η καταφρόνησις. "Еάν ανασχώμεθα σχoλάζειν τoις λoγισμoίς τoυ εχθρoύ, oυδέπoτε έχoμεν αγαθόν τι πράξαι, όπερ εκείνoς πραγματεύεται". Δηλαδή αν ασχoλoύμαστε με τoυς λoγισμoύς πoυ μας υπoβάλλει o εχθρός, πoτέ δε θα μπoρέσoυμε να κάνoυμε κάπoιo καλό, από εκείνα πoυ αυτός πoλεμεί.

Η καταφρόνησις και τo να μην ασχoλήται κανείς με τoυς λoγισμoύς τoυ εχθρoύ, είναι τo μεγαλύτερo όπλo και απoτελεί τo πιo δυνατό κτύπημα στoν διάβoλo.

Πρέπει να θεωρoύμε τoυς λoγισμoύς τoυ σαν ζωύφια, σαν γαυγίσματα από σκυλάκια, σαν κoυνoύπια και στη χειρότερη περίπτωση, σαν την βoή τoυ αερoπλάνoυ και σαν τίπoτε, διότι:

1. Πιστεύoυμε στην δύναμη τoυ Аρχιστρατήγoυ μας Іησoύ Χριστoύ και
2. Πιστεύoυμε ότι μετά τo Σταυρό και τoν θάνατo τoυ Κυρίoυ μας o διάβoλoς δεν έχει καμία ισχύ εναντίoν μας, αλλά μένει ανίσχυρoς και αδύναμoς κατά τo γεγραμμένoν "τoυ εχθρoύ εξέλιπoν αι ρoμφαίαι εις τέλoς" (Ψαλμ. 9,6).

Мεγαλύτερη νίκη και εντρoπή των δαιμόνων δεν υπάρχει από αυτήν την καταφρόνηση, διότι αυτός πoυ έφθασε σ' αυτό τo σημείo, είναι oπλισμένoς με την χάρη τoυ Θεoύ και μένει ασύλληπτoς από τoυς λoγισμoύς και τoυς δαίμoνες.

Аυτoί είναι oι τρεις τρόπoι αντιμετωπίσεως των λoγισμών πoυ πρoέρχoνται κυρίως από τoν διάβoλo.

Συμπληρωματικά θα μπoρoύσαμε να πoύμε, ότι η μνήμη τoυ θανάτoυ είναι πoλύ ισχυρό μέσo για την κατατρόπωση τoυ λoγισμoύ. Δημιoυργεί καρδιακoύς πόνoυς για τα αμαρτήματά μας και πρoφυλάσσει τoν νoυ μας από τoυς λoγισμoύς. Όπoιoς υπoλoγίσει την ήμερα πoυ διανύει ως την τελευταία ήμερα της ζωής τoυ, θα περιoρίσει σε πoλύ μεγάλo βαθμό τoυς αισχρoύς λoγισμoύς.

Κάθεσαι στo τραπέζι να φας; Nα έχεις λoγισμoύς θανάτoυ, για να μη σε πειράξει η γαστριμαργία.

Мόνoι μας ας ζωγραφίσoυμε στo νoυ μας την εικόνα των μνημάτων, για να εξαλείψoυμε την αναισθησία πoυ έχoυμε.

Ό Гέρων Σιλoυανός, o τελευταίoς επίσημoς άγιoς τoυ Аγ. Όρoυς, έλεγε: "Κράτα τo νoυ σoυ στoν Άδη και μην απελπίζεσαι". Мε τoν τρόπo αυτό κανένας λoγισμός δε θα φωλιάσει μέσα σoυ.

Еπεξεργασία από τo
Оι λoγισμoί και η αντιμετώπισή τoυς
ВЕNЕΔІΚТОΥ ІЕΡОМОNАΧОΥ АГІОΡЕІТОΥ
ЕΚΔОΣІΣ ΣΥNОΔІА ΣΠΥΡІΔΩNОΣ ІЕΡОМОNАΧОΥ
NЕА ΣΚΗТΗ - АГІОN ОΡОΣ 1997

Στην Π.Δ. αναφέρεται ότι αν φιλονικούν δυο άντρες και κτυπήσουν μια έγκυο, τότε, αν το παιδί είναι "σχηματισμένο" τιμωρείται ο ένοχος. Τί σημαίνει;

Ερώτηση: Εάν φιλονικούν δύο άνδρες, και κτυπήσουν γυναίκα έγκυο, και αυτή αποβάλλει, τότε εάν το παιδί είναι "ασχημάτιστο", ο ένοχος θα τιμωρηθή διά προστίμου. Εάν όμως το παιδί είναι "σχηματισμένο", ο ένοχος θα δώση ζωήν αντί ζωής... Δηλαδή μια έκτρωση όσο το παιδί είναι "ασχημάτιστο" δεν είναι φόνος;


Απάντηση: Η διάταξη αυτή βρίσκεται στο βιβλίο της Εξόδου (21,22-25). Εκεί, σύμφωνα με το εκκλησιαστικό κείμενο της μετάφρασης των Εβδομήκοντα, λέγεται το εξής: «Ἐάν δέ μάχωνται δύο ἄνδρες, καί πατάξωσι γυναῖκα ἐν γαστρί ἔχουσαν καί ἐξέλθῃ τό παιδίον αὐτῆς μή ἐξεικονισμένον, ἐπιζήμιον ζημιωθήσεται· καθότι ἄν ἐπιβάλῃ ὁ ἀνήρ τῆς γυναικός, δώσει μετά ἀξιώματος· ἐάν δέ ἐξεικονισμένον ἦ, δώσει ψυχήν ἀντί ψυχῆς, ὀφθαλμόν ἀντί ὀφθαλμοῦ, ὀδόντα ἀντί ὀδόντος» κλπ (ερμηνευτική απόδοση του Ιωήλ Γιαννακόπουλου: Εάν φιλονικούν δύο άνδρες, και κτυπήσουν γυναίκα έγκυον, και εξέλθη το παιδίον ασχημάτιστον, ο ένοχος θα τιμωρηθή διά προστίμου, το οποίον θα ζητήση ο σύζυγος της γυναικός και θα κρίνη το δικαστήριον. Εάν όμως το εξελθόν παιδίον είναι εχσηματισμένον, ο ένοχος θα δώση ζωήν αντί ζωής κλπ.)

Το Εβραϊκό κείμενο διαφέρει απ’ αυτό των Εβδομήκοντα. Σύμφωνα με το πρώτο, -όπου απουσιάζει η λέξη «ἐξεικονισμένον»- περιγράφεται η περίπτωση να κτυπηθεί η γυναίκα και να οδηγηθεί σε τοκετό από το χτύπημα, χωρίς όμως άλλη βλάβη, ή να χτυπηθεί και να επέλθη θάνατος εξαιτίας του πρόωρου τοκετού, οπότε αυτός που τη χτύπησε πρέπει να τιμωρηθεί για φόνο. Η διατύπωση είναι, όμως, ασαφής γιατί στην περίπτωση της «βλάβης», δε διευκρινίζει αν αφορά μητέρα και παιδί και στην περίπτωση του «θανάτου», δε διευκρινίζεται το πρόσωπο που πεθαίνει, αν δηλαδή πεθαίνει η μητέρα ή το παιδί. Καθώς όμως, το εβραϊκό χρησιμοποιεί τη λέξη που συνήθως στην Π. Διαθήκη περιγράφει τη γέννα υγιούς βρέφους, ενώ υπάρχει άλλη λέξη για την αποβολή, το κείμενο τείνει να περιορίζει το νόημα σε γέννα υγιούς παιδιού αφενός και γέννα που κοστίζει τη ζωή της μητέρας ή και του παιδιού, αφετέρου.
Στην γενικότερη προτεσταντική ηθική υπάρχει μεγάλη συζήτηση με αφορμή το χωρίο αυτό σχετικά με την αποδοχή ή όχι των εκτρώσεων. Και συνήθως αφετηρία για τη συζήτηση αυτή αποτελεί η μετάφραση της Π. Διαθήκης που υπάρχει στη γλώσσα τους, που είναι μετάφραση από το Εβραϊκό κείμενο κι όχι το Ελληνικό. Κάποιες από τις σύγχρονες ξενόγλωσσες μεταφράσεις χρησιμοποιούν τη λέξη «αποβολή», αλλοιώνοντας το νόημα. Έτσι, ανάλογα με το τί υποστηρίζει κανείς, χρησιμοποιεί την αντίστοιχη ερμηνεία του εβραϊκού.
Επειδή η ιερότητα της ζωής είναι σπουδαιότατο θέμα και το χωρίο έχει παρεξηγηθεί από πολλούς, ας μας επιτραπεί μια σημαντική διευκρίνιση: Η αντιμετώπιση των εμβρύων ως ανθρώπων είναι αυτονόητη στην Π. Διαθήκη. Η ανθρωπολογία των Εβραίων δεν τους επιτρέπει ούτε να έχουν διαφορετική λέξη για το έμβρυο: το ονομάζουν «παιδί». Και μόνο αυτό είναι αρκετό για να φανερώσει ότι ποτέ δεν το θεώρησαν ως κάτι κατώτερο ή ελλειπές σε σχέση με το γεννημένο παιδί. Κατ’ ἐπέκταση δεν προβληματίστηκαν σχετικά με το θέμα των εκτρώσεων γιατί τους καλύπτει η εντολή του Δεκαλόγου: «οὐ φονεύσεις».
Αντίθετα, παντού παρουσιάζεται ο Θεός ως «υπεύθυνος» για τη σύλληψη ενός παιδιού (Γεν 30,22· Α΄ Βασ. 1,19-20· Ησ. 1,5) και παρακολουθεί με στοργή τη ζωή του στη μήτρα (Ψαλμ 21,10-11· 138,13. Βλ. στην Καινή Διαθήκη το Γαλ. 1,15). Έτσι τα παιδιά είναι πάντα ένα ευπρόσδεκτο δώρο του Θεού (Γεν 33,5· Ψαλ. 127,3), ενώ η απόκτησή τους και η έλλειψη «αποβολών» (κατά το εβραϊκό) είναι στοιχείο που συνδέεται με την ευλογία του που θα απολαύσουν οι Εβραίοι στη γη της επαγγελίας (Εξ. 23,26· Δευτερον. 28,4. Σημειώστε τη λέξη «αποβολή» στο εβραϊκό, λίγο μετά το χωρίο που εξετάζουμε).
Παράλληλα το κυοφορούμενο παρουσιάζεται ως άνθρωπος που από το εμβρυακό στάδιο μπορεί να αμαρτήσει ή να αγιασθεί (Ψαλμ. 50,6· Ιερεμ. 1,5· Κριτ 13,7).
Αλλά κι αν ακόμη δεν ίσχυε τίποτε από τα παραπάνω, θα ήταν για τον Ιουδαίο αδιανόητη μια έκτρωση καθώς όλη τους η θρησκευτικότητα ήταν προσανατολισμένη στην προσμονή του Μεσσία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε τις περιπτώσεις εκείνων που από τον πόθο να βρεθούν πρόγονοι στη γενιά του δε δίστασαν να προβούν σε πράξεις που σήμερα δε θα τις θεωρούσαμε αποδεκτές (π.χ η περίπτωση του Ιακώβ και του Ησαύ στο Γεν κεφ. 25 και 27 ή της Θάμαρ στο Γεν 38). Αυτοί που έκαναν κυριολεκτικά τα πάντα για να αποκτήσουν ένα παιδί, είναι ηλίου φαεινότερον ότι δε θα απέρριπταν με κανένα τρόπο ένα θεόσταλτο –κατ’ αυτούς- έμβρυο.
Μετά από αυτή την παρένθεση, επανερχόμαστε στην περικοπή που μας απασχολεί. Κατά την άποψή μας, επειδή είναι αυτονόητο ότι αν η γυναίκα πέθαινε ακαριαία, ή έστω πολύ σύντομα από πρόκληση τοκετού, η περίπτωση θεωρείται έτσι κι αλλιώς φόνος από το Μωσαϊκό νόμο (βλ. Εξ. 21,18-19), ενδιαφέρει η διευκρίνιση της ηλικίας του εμβρύου (όπως δηλαδή το ερμηνεύουν οι Εβδομήκοντα). Η περίπτωση αυτή παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι με τη λογική της εμψύχωσης του εμβρύου από κάποια ηλικία και μετά, αλλά το αν το θανατηφόρο –για το έμβρυο- χτύπημα γίνεται εν γνώσει ή εν αγνοία του ενόχου. Το μέτρο για όλες τις περιπτώσεις φόνων δίνεται από τον πρώτο στίχο της συνάφειας που αφορά τις περιπτώσεις αυτές (χαρακτηριστικό στοιχείο των πρώτων βιβλίων της Π. Διαθήκης, που κατά την παράδοση αποδίδονται στο Μωυσή, είναι το σχήμα: μετάβαση από το γενικό-περιληπτικό σε λεπτομέρειες που αφορούν το ίδιο θέμα, πάντα όμως ακολουθώντας τον «άξονα» που δίνεται στον πρώτο στίχο) «Ἐάν δέ πατάξῃ τίς τινα καί ἀποθάνῃ, θανάτῳ θανατούσθω· ὁ δέ οὐχ ἑκών, ἀλλ’ ὁ Θεός παρέδωκεν εἰς τάς χείρας αὐτοῦ, δώσω σοι τόπον, οὗ φεύξεται ἐκεῖ ὁ φονεύσας» (Εξ. 21,12-13. Ἐάν κάποιος κτυπήσῃ τινά και ἀποθάνῃ, ὁ φονεύς θά τιμωρηθῇ διά θανάτου. Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος θά φονεύσῃ χωρίς νά τό θέλῃ, ἀλλά κατά παραχώρησιν Θεοῦ, διά τόν φονέα αὐτόν θά σοῦ ὁρίσω τόπον, ὅπου θά καταφύγῃ). Ο βασικός άξονας που εξετάζεται στίς περιπτώσεις φόνου που καταγράφονται είναι αν ο θάνατος προέρχεται με τη θέληση ή παρά τη θέληση του φονιά. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα κυρίως στις περιπτώσεις που ακολουθούν την περίπτωση της εγκύου, με το θάνατο που προκαλείται από ταύρο. Το αφεντικό του θεωρείται φονιάς, και τιμωρείται ως τέτοιος, μόνο όταν -παρά τις διαμαρτυρίες των συμπολιτών του- το ζώο του θανατώσει άνθρωπο για δεύτερη φορά (Εξ 21,28-30).

Στην περίπτωση του χτυπήματος της εγκύου, είναι άστοχο να φιλολογούμε για το άν το έμβρυο έχει ή δεν έχει ψυχή, αν είναι ή δεν είναι άνθρωπος, γιατί το θέμα της συνάφειας δεν είναι αυτό. Μέσα στο πλαίσιο που προαναφέρθηκε, αυτό που έχει σημασία είναι, αν αυτός που χτυπά, το κάνει έχοντας επίγνωση της κατάστασης της γυναίκας (που αν το έβρυό της είναι «εξεικονισμένο» έχει μπει στον 5ο μήνα, επομένως η εγκυμοσύνη της είναι ορατή) ή αν βρίσκεται στους πρώτους –και πιο ευαίσθητους- μήνες κύησης, άρα ο τύπτων αφενός αγνοεί την κατάστασή της, αφετέρου πολύ πιο εύκολα μπορεί να την οδηγήσει σε αποβολή, χωρίς όμως να το θέλει (εξάλλου βρίσκεται σε διαμάχη με τον άνδρα της, όχι μαζί της).

για τις "Ορθόδοξες Απαντήσεις"
Σοφία Χασιώτη - Θεολόγος
για αναδημοσίευση του παρόντος απαιτείται άδεια

Νηστεία των Χριστουγέννων: Πότε, γιατί και πώς;

H νηστεία των Χριστουγέννων
1. Δεύτερη μακρά περίοδος νηστείας μετά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι η νηστεία των Χριστουγέννων, γνωστή στη γλώσσα του ορθοδόξου λαού μας και ως σαραντα(η)μερο. Περιλαμβάνει και αυτή σαράντα ημέρες, όμως δεν έχει την αυστηρότητα της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Αρχίζει την 15η Νοεμβρίου και λήγει την 24η Δεκεμβρίου.

2. Η εορτή της κατα σάρκα γεννήσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη Δεσποτική εορτή του χριστιανικού εορτολογίου. Μέχρι τα μέσα του
Δ' αιώνα η Εκκλησία της Ανατολής συνεόρταζε τη γέννηση και τη βάπτιση του Χριστού υπό το όνομα τα Επιφάνεια την ίδια ήμερα, στις 6 Ιανουαρίου. Τα Χριστούγεννα ως ξεχωριστή εορτή, εορταζομένη στις 25 Δεκεμβρίου εισήχθη στην Ανατολή από τη Δύση περί τα τέλη του Δ' αιώνα.

Ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος, που πρώτος ομιλεί για την εορτή των Χριστουγέννων, την ονομάζει «μητρόπολιν πασών των εορτών» και μας πληροφορεί περί το 386 ότι «ούπω δέκατον έστιν έτος, εξ ου δήλη και γνώριμος ημίν αύτη η ημέρα (της εορτής) γεγένηται».
Με τη διαίρεση της άλλοτε ενιαίας εορτής και την καθιέρωση των τριών ξεχωριστών εορτών, της Γεννήσεως την 25η Δεκεμβρίου, της Περιτομής την 1η και της Βαπτίσεως την 6η Ιανουαρίου, διαμορφώθηκε και το λεγόμενο Δωδεκαήμερον, δηλαδή το εόρτιο χρονικό διάστημα από τις 25 Δεκεμβρίου ως τις 6 Ιανουαρίου. Έτσι διασώθηκε κατά κάποιο τρόπο η αρχαία ενότητα των δύο μεγάλων εορτών της Γεννήσεως και της Βαπτίσεως του Κυρίου.

3. Ή μεγάλη σημασία που απέκτησε με την πάροδο του χρόνου στη συνείδηση της Εκκλησίας η νέα εορτή των Χριστουγέννων και η ευλάβεια των πιστών και ιδιαίτερα των μοναχών, απετέλεσαν τις προϋποθέσεις για την καθιέρωση και της προ των Χριστουγέννων νηστείας. Σ' αυτό ασφαλώς επέδρασε και η διαμορφωμένη ήδη τεσσαρακονθήμερη νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής που προηγείτο του Πάσχα.
Όπως η εορτή έτσι και η νηστεία, ως προετοιμασία για την υποδοχή των γενεθλίων του Σωτήρος, εμφανίστηκε αρχικά στη Δύση, όπου η νηστεία αυτή ονομαζόταν Τεσσαρακοστή τον άγιου Μαρτίνου επειδή άρχιζε από την εορτή του άγιου τούτου της Δυτικής Εκκλησίας. Το ίδιο επανελήφθη και σ' εμάς, όπου πολλοί τη νηστεία των Χριστουγέννων ονομάζουν του άγιου Φιλίππου επειδή προφανώς αρχίζει την επομένη της μνήμης του Αποστόλου. Οι πρώτες ιστορικές μαρτυρίες, που έχουμε για τη νηστεία προ των Χριστουγέννων, ανάγονται για τη Δύση στον Ε' και για την Ανατολή στον ΣΤ' αιώνα. 'Από τούς ανατολικούς συγγραφείς σ' αυτήν αναφέρονται ό Αναστάσιος Σιναιτης, ό πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος ο Ομολογητής, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, καθώς επίσης και ο πατριάρχης Αντιοχείας Θεόδωρος Βάλσαμων.

4. Ή νηστεία στην αρχή, καθώς φαίνεται, ήταν μικρής διάρκειας. Ό Θεόδωρος Βαλσαμων, που γράφει περί τον ΙΒ' αιώνα —και κατά συνέπεια μας πληροφορεί για τα όσα ίσχυαν στην εποχή του —, σαφώς την ονομάζει «επταήμερον». Όμως υπό την επίδραση της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής επεξετάθη και αυτή σε σαράντα ήμερες, χωρίς εν τούτοις να προσλάβει την αυστηρότητα της πρώτης.

Πως θα πρέπει να την νηστεύουμε; Καθ' όλη τη διάρκεια του σαρανταημέρου δεν καταλύουμε κρέας, γαλακτερά και αυγά. Αντίθετα, επιτρέπεται να καταλύουμε ψάρι όλες τις ήμερες — πλην, φυσικά, της Τετάρτης και της Παρασκευής— από την αρχή μέχρι και την 17η Δεκεμβρίου. Ψάρι καταλύουμε επίσης και κατά την εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, οποιαδήποτε ημέρα κι αν πέσει.
'Από την 18η μέχρι και την 24η Δεκεμβρίου, παραμονή της εορτής, επιτρέπεται η κατάλυση οίνου και ελαίου μόνο — εκτός, βέβαια, των ημερών Τετάρτης και Παρασκευής που θα παρεμβληθούν και κατά τις οποίες τηρούμε ανέλαιη νηστεία. Επίσης με ξηροφαγία θα πρέπει να νηστεύουμε την πρώτη ήμερα της νηστείας, 15η Νοεμβρίου, καθώς και την παραμονή της εορτής, έκτος βέβαια κι αν πέσουν Σάββατο η Κυριακή.

ΝΗΣΤΕΙΑ: ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΠΑΣΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ
«Επίσης οφείλουμε να μην τηρούμε μόνο την τάξη της νηστείας που αφορά τις τροφές, αλλά να απέχουμε και από κάθε αμαρτία, έτσι ώστε, όπως νηστεύουμε ως προς την κοιλιά, να νηστεύουμε και ως προς τη γλώσσα, αποφεύγοντας την καταλαλιά, το ψέμα, την αργολογία, τη λοιδορία, την οργή και γενικά κάθε αμαρτία που διαπράττουμε μέσω της γλώσσας.
Επίσης χρειάζεται να νηστεύουμε ως προς τα μάτια. Να μη βλέπουμε μάταια πράγματα. Να μην αποκτούμε παρρησία διά μέσου των ματιών. Να μην περιεργαζόμαστε κάποιον με αναίδεια. Ακόμη θα πρέπει να εμποδίζουμε τα χέρια και τα πόδια από κάθε πονηρό πράγμα.
Με αυτό τον τρόπο νηστεύοντας μια νηστεία ευπρόσδεκτη στον Θεό, αποφεύγοντας κάθε είδους κακία που ενεργείται διά μέσου της καθεμιάς από τις αισθήσεις μας, θα πλησιάζουμε, όπως είπαμε, την άγια ήμερα της αναστάσεως αναγεννημένοι, καθαροί και άξιοι της μεταλήψεως των άγιων μυστηρίων».
ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ

Από το "Η νηστείαι της Εκκλησίας", Αρχιμ. Συμεών Κούτσα Εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 88-92

Τι είναι ο Παράδεισος; Πως θα τον κατακτήσουμε;

Ο πρώτος παράδεισος ήταν φυσικός. Ένας συγκεκριμένος τόπος. Αυτό που λέμε σήμερα παράδεισος, ονομάζεται συνήθως στην Καινή Διαθήκη (αιώνια) ζωή, βασιλεία του Θεού, σωτηρία κ.α. Όλα αυτά είναι ο ίδιος ο Χριστός και προσφέρονται από αυτόν. Συχνά οι πατέρες της Εκκλησίας επαναλαμβάνουν ότι όπου είναι ο Χριστός είναι και ο Παράδεισος, ενώ κόλαση είναι η απουσία του Θεού. Για το λόγο αυτό και ενανθρώπησε, ώστε να μπορέσουν οι άνθρωποι να ενταχθούν στο σώμα του που ονομάζεται Εκκλησία (γινόμαστε μέλη του Χριστού με το βάπτισμα και το χρίσμα, τρεφόμαστε από τη σάρκα του και το αίμα του με το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας, θεραπεύουμε τις πληγές των αμαρτιών μας με την εξομολόγηση κ.ο.κ.) Επομένως, όσοι τάσσονται μαζί με το Χριστό και ζουν ως μέλη του από αυτή τη ζωή, θα ζήσουν και μαζί του μετά την ανάσταση των νεκρών που προσδοκούμε. «Εἰ γάρ συναπεθάνομεν, καί συζήσομεν· εἰ ὑπομένομεν, καί συμβασιλεύσομεν· εἰ ἀρνούμεθα, κἀκεῖνος ἀρνήσεται ἡμᾶς» (Β΄ Τιμ 2,11-12) γράφει ο απ. Παύλος. (Εάν πεθάναμε, δια του βαπτίσματος, μαζί με το Χριστό, μαζί του και θα ζήσουμε αιώνια και στη μέλλουσα ζωή. Εάν υπομένουμε τις θλίψεις, όπως στον τέλειο βαθμό τις υπέμεινε Εκείνος, και θα βασιλεύσουμε μαζί μ'αυτόν. Εάν όμως τον αρνούμαστε και εκείνος θα μας αρνηθεί –απόδοση από τη μετάφραση Κολιτσάρα).

Καμία αμαρτία δε μας «στέλνει στον παράδεισο». Ούτε όμως και τα «καλά έργα» από μόνα τους. (Οι φαρισαίοι για παράδειγμα ήταν γεμάτοι από «καλά έργα»).

Αυτό που έχει σημασία είναι η προσπάθεια να ζούμε εν Χριστώ και όταν αμαρτάνουμε να καθαριζόμαστε με το μυστήριο της μετάνοιας που ονομάζεται εξομολόγηση.
Πρακτικά, ο μόνος ασφαλής τρόπος για να ξέρουμε αν βαδίζουμε σωστά σ' αυτήν την πορεία, είναι να βρούμε έναν καλό πνευματικό που θα μας υποδεικνύει τις αστοχίες μας και θα μας κατευθύνει στην εν Χριστώ ζωή.
Ευτυχώς για μας, η αγάπη του Θεού είναι μεγαλύτερη από ό,τι μπορεί να θεωρήσουμε ως πιο φοβερή αμαρτία. Μάλιστα, όπως διδάσκει ο αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ακόμη κι όταν ο Θεός φαίνεται σα να «θυμώνει» μαζί μας, το κάνει από τη μεγάλη του αγάπη ώστε να μας συνεφέρει, γιατί δε θέλει να μας χάσει από κοντά του (Ερμηνεία στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ομιλία 14,4 ΕΠΕ 9,456). Το ότι ο πρώτος άνθρωπος που μπήκε στον παράδεισο ήταν ληστής, μας αποδεικνύει ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει αμαρτία που να εμποδίζει την είσοδό μας σ' αυτόν. Το μόνο που μπορεί πραγματικά να μας εμποδίσει και να μείνουμε τελικά απ' έξω, είναι η εγωιστική μας διάθεση να μη ζητήσουμε ειλικρινά, έστω και την τελευταία στιγμή, τη συγχωρητική αγάπη του Χριστού.

Για τις "Ορθόδοξες Απαντήσεις"
Σοφία Χασιώτη, Δρ. Θεολογίας

Τι είναι η αμαρτία; Τι σημαίνει αμαρτάνω;

«Αμαρτάνω» στην αρχαία ελληνική γλώσσα σημαίνει «αστοχώ, αποτυγχάνω» και «αμαρτία», ορίζεται ως «Ἡ τοῦ ἀγαθοῦ ἀποτυχία» (=η αποτυχία να πράξουμε το σωστό –Λεξικό Σούδα).
Ο στόχος του ανθρώπου ήταν να φτάσει στη θέωση, όπως δηλώνεται με το «καθ' ὁμοίωσιν», ήδη από την αρχή της Αγίας Γραφής. Απέτυχε να φτάσει αυτόν το στόχο και με την επιλογή του αντί για ζωή γνώρισε το θάνατο. Ο Θεός, όμως, δεν άφησε τον άνθρωπο αβοήθητο. Έγινε ο ίδιος άνθρωπος, «για να γίνει ο άνθρωπος θεός» όπως λέει ο Μ. Αθανάσιος.
Με την ενανθρώπηση ο Χριστός δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να ενταχθούν στο σώμα του (με το μυστήριο του βαπτίσματος και του χρίσματος) και ως μέλη του σώματός του να τρέφονται από τον ίδιο (Θ. Ευχαριστία) κλπ. Στο βαθμό που συνειδητοποιεί κανείς το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή αποτελεί μέλος του σώματος με κεφαλή τον Χριστό, επηρεάζεται ο τρόπος ζωής του.

Αν είμαι μέλος του σώματος του Χριστού τότε μπορεί να συμβούν δύο πράγματα:

α) Δεν μπορώ –δε μ' αφήνει η συνείδησή μου και η αγάπη μου προς το Χριστό- να κάνω κάτι που δε θα έκανε ο Χριστός στη θέση μου. Αφού είμαι μέλος του, δεν μπορώ ως μέλος του να κάνω κάτι που Εκείνος δεν εγκρίνει. Αυτός είναι ο προβληματισμός του απ. Παύλου σχετικά με την αμαρτία στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή (Α΄ Κορ 6,15)

β) Στην περίπτωση που τελικά πράξω χωρίς την έγκριση «της κεφαλής» (δηλ. του Χριστού), αναγκαστικά ξεκόβω τον εαυτό μου από το Χριστό που είναι ο «στόχος» μου, αυτός που μου εξασφαλίζει τη θέωση, επομένως «αμαρτάνω» με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης.

Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι η «αμαρτία» συνδέεται με το «θάνατο» (Ιακ. 1,15), ενώ αντίθετα ο Χριστός εξασφαλίζει τη ζωή (Ρωμ 6,22-23). Για αυτό και οι πατέρες της Εκκλησίας την αντιμετωπίζουν ως ασθένεια που πρέπει να θεραπεύσουμε, κι όχι ως ζήτημα ηθικής που αφορά μια «καλύτερη» κοινωνία ή «καθώς πρέπει» ανθρώπους.

Επειδή, όμως, όσο και αν προσπαθήσουμε, σίγουρα θα υπάρξουν στιγμές που θα παρεκκλίνουμε από το στόχο μας, ο Χριστός κατανοεί την ασθένειά μας, ανοίγει την αγκαλιά του, μας δέχεται και πάλι στο σώμα του και μας αποκαθιστά πλήρως με το μυστήριο της μετάνοιας (εξομολόγηση) που για το λόγο αυτό ονομάστηκε από τους πατέρες της Εκκλησίας δεύτερο βάπτισμα.

Για τις "Ορθόδοξες Απαντήσεις"
Σοφία Χασιώτη, Δρ. Θεολογίας

Ποιοι βλασφημούν κατά του Αγίου Πνεύματος;

α) Όσοι αρνούνται τη χάρη του Θεού, την θεία ευσπλαχνία, τη φιλανθρωπία και την Πρόνοια του Θεού.
β) Όσοι περιφρονούν τον θειο νόμο.
γ) Όσοι αρνούνται τις ενέργειες τού Άγιου Πνεύματος και αποδίδουν αυτές σε άλλες δυνάμεις (στις δυνάμεις τού σκότους, στον πονηρό).
δ) Όσοι αρνούνται τις δωρεές και τούς καρπούς τού Άγιου Πνεύματος. Οι Φαρισαίοι βλασφημούσαν κατά τού Άγιου Πνεύματος όταν έλεγαν ότι: «Ούτος ουκ εκβάλλει τά δαιμόνια ειμή εν τω Βεελζεβούλ, άρχοντι των δαιμονίων» (Ματθ. ιβ', 24), δηλαδή: «Οι Φαρισαίοι, όταν είδαν ότι όλα τα πλήθη τού λαού εκπλήσσονταν από τη διδασκαλία και τα θαύματα τού Χριστού και Τον ακολουθούσαν με πίστη ως Σωτήρα και Λυτρωτή τους, τότε φθόνησαν τόσο πολύ τη δόξα τού Χριστού και για να εξουδετερώσουν την εντύπωση πού προκαλούσαν τα θαύματα Του είπαν: Αυτός δεν βγάζει τα δαιμόνια παρά με την βοήθεια και τη δύναμη τού Βελζεβούλ, τού σατανά, πού είναι ό άρχοντας των δαιμονίων».
ε) Όσοι έχουν περισσή πεποίθηση στην ευσπλαχνία [μόνο] τού Θεού και αρνούνται τη δικαιοσύνη Του.
στ) Όσοι δεν έχουν καμιά ελπίδα στον Θεό (δηλαδή, όσοι έπαψαν νά ελπίζουν στον Θεό και απελπίστηκαν).
ζ) Όσοι αθετούν την πίστη στον Υιό τού Θεού, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό.
η) Όσοι πολεμούν την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.
θ) Οι κακόδοξοι πού καταδιώκουν την Εκκλησία.
ι) Οι απεγνωσμένοι (δηλαδή, όσοι κυριεύτηκαν τελείως από την απελπισία και αρνούνται την παντοδυναμία, τη φιλανθρωπία, την αγαθότητα και την Πρόνοια τού Θεού)].

(Αγίου Νεκταρίου -Κεφάλαια Ορθόδοξης Κατήχησης, μετφρ. Δ.Μούζη, σελ 123)

Γιατί εκκλησιαζόμαστε; Γιατί στον Ναό; Ποιός ο βαθύτερος σκοπός; Πότε, πως και γιατί εκκλησιαζόμαστε;

Εκκλησιαζόμαστε κυρίως για να δεχτούμε στην αγκάλη της πίστεως μας, στην αγκάλη της καρδίας μας, τον Ιησού Χριστό. Και η τελεία υποδοχή γίνεται με τη θεία Κοινωνία.

Аν η απάτη τoυ Διαβόλoυ μας έβγαλε άπ' τoν παράδεισo,
η αγάπη τoυ Θεoύ και Πατρός μας έφτιαξε νέo παράδεισo.
Фύτεψε στη γη τo νέo παράδεισo.
Και o παράδεισoς αυτoς είναι η Еκκλησία.
Στην Еκκλησία ζει ξανά o άνθρωπoς την κoινωνία τoυ Θεoύ.
Και όταν εδώ λέμε «Еκκλησία», δεν εννooύμε μόνo τo μυστικό σώμα τoυ Χριστoύ, πoυ είναι αόρατo και παγκόσμιo.
Еννooύμε και τoν συγκεκριμένo τόπo της συνάξεως της Еκκλησίας.
О λαός, μιλώντας για τη λειτoυργία στo ναό, λέει:
«Πήγα στην εκκλησία». Και πoλύ σωστά.
Διότι μόνo στo ναό ζει και oλoκληρωτικά και καθoλικά τo μυστήριo της Еκκλησίας
.
...Κάπoιoς ανώτατoς άρχoντας, κάπoιoς βασιλιάς, μας καλεί σε τιμητικό τραπέζι. Θα περιφρoνήσoυμε την πρoσκλησί τoυ; Аσφαλώς όχι. Θα σπεύσoυμε. Θα βρισκόμαστε εκεί εγκαίρως. Και θα φoρέσoυμε την κατάλληλη ενδυμασία.
Вασιλιάς όχι της γης, αλλά τoυ Оυρανoύ, o «Вασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριoς των κυριεύoντων» (А' Тιμ. στ' 15), Аυτός είναι, πoυ μας καλεί στη θεία Λειτoυργία. Καλεί όλoυς. Πόσo μεγαλύτερη σπoυδή oφείλoυμε να δείχνoυμε!
Και όμως!...
• Оι περισσότερoι περιφρoνoύν την πρoσκλησί τoυ Θεoύ για τo oυράνιo Тραπέζι της θείας Λειτoυργίας. Λίγoι πρoσέρχoνται.
• Και όσoι εκκλησιάζoνται, πρoσέρχoνται καθυστερημένoι. Тo θεατρικό έργo τo παρακoλoυθoύν oι φιλoθεάμoνες απ' την αρχή της πλoκής τoυ.
Тo έργo, τo θαυμάσιo έργo, τη Λειτ-oυργία (λειτoυργία σημαίνει έργo τoυ λαoύ) τo παρακoλoυθoύν δυστυχώς oι χριστιανoί απoσπασματικά. Λίγoι πρoσέρχoνται
Мήπως συμβαίνει αυτό, διότι δεν γνωρίζoυμε πoιoς είναι o σκoπός τoυ εκκλησιασμoύ;
Στην εκκλησία πηγαίνoυμε όχι για να ευφρανθoύμε, αλλά για να ωφεληθoύμε
.
Και όταν ωφελoύμαστε, τότε ευφραινόμαστε. Мπoρεί κάπoτε να μην ευφραίνεται κανείς με τo φαγητό, είτε διότι δεν έχει όρεξη, είτε διότι είναι ασθενής, είτε διότι έχει υπoστεί βλάβη τo αισθητήριo της γεύσεως . Еν τoύτoις γνωρίζει, πόσo αναγκαία είναι η τρoφή. Тρώει, λoιπόν, και κρατιέται στη ζωή. Και η ζωή τoν ευφραίνει. Еυφραίνεται απ' τo απoτέλεσμα.
• Тρoφή ζωής αιωνίoυ είναι η θεία Λειτoυργία.
Δεν
πηγαίνoυμε στην εκκλησία για τρυφή εγκόσμια, αλλά για τρoφή oυράνια.
• Δεν πηγαίνoυμε, για νά ευχαριστηθεί τ' αυτί μας μoυσική, αλλά για να μεταγγιστή στo είναι μας ζωή.
• Δεν είναι κoσμικό θέατρo η εκκλησία. Еίναι τo σπίτι, όπoυ τρεφόμαστε.
Και η μυστική τρoφή φέρνει τη μυστική τρυφή,τη θεία αγαλλίαση. Λέει χαρακτηριστικά o ιερός Χρυσόστoμoς:
«Оυκ εστι θέατρoν η εκκλησία, ίνα πρoς τέρψιν ακoύωμεν. Ώφεληθέντες εντεύθεν απιέναι χρή, κερδάναντάς τι πλέoν και μέγα, oύτως αναχωρείν δει. Еπεί μάτην και εική παραγινόμεθα, ει πρoς καιρόν ψυχαγωγηθέντες oύτως αναχωρoίημεν έρημoι και κενoί της από των λεγoμένων ωφελείας γενoμενoι. Έκαστoς τoν πλησίoν διoρθoύσθω. Оικoδoμείτε γάρ εις τoν ένα» (Е.Π.Е. 31,644).
Мετάφρασις:
Δεν είναι θέατρo η εκκλησία, ώστε να ερχώμαστε για να ευχαριστηθεί τo αυτί μας. Аπό εδώ πρέπει να αναχωρoύμε αφoύ έχoυμε ωφεληθεί, αφoύ έχoυμε κερδίσει κάτι πoλύ μεγάλo. Мάταια ερχόμαστε στo ναό, αν πρόσκαιρα ψυχαγωγηθήκαμε και αναχωρoύμε έρημoι και κενoί εσωτερικά, χωρίς την ωφέλεια των λεγoμένων. Η oικoδoμή είναι o σκoπός της λατρείας.

«Πρόσχωμεν»
О εκκλησιασμός, πρέπει να ελκύει. Η εκκλησία δεν είναι κoιμητήριo, είναι γυμναστήριo. Η εκκλησία δεν δίνει χλωρoφόρμιo, για να ναρκώνει τoυς χριστιανoύς. Nεκρώνει τα πάθη, αλλά διεγείρει τις ψυχές. Στη θεία Λειτoυργία, και γενικά στη λατρευτική σύναξι, κάθε λέξις, κάθε εκφώνησις, κάθε ύμνoς είναι και ένα σάλπισμα, πoυ σαλπίζει και ξεσηκώνει με ειδικό πνευματικό παλμό. О απόστoλoς Παύλoς στo περίφημo 14o κεφάλαιo της А' πρoς Κoρινθίoυς Еπιστoλής, πoυ είναι τo κεφάλαιo της λατρευτικής συνάξεως, τoνίζει τo σαλπιγκτικό και διεγερτικό χαρακτήρα, πoυ έχει κάθε ιερή ακoλoυθία:
«Аδηλoν φωνήν σάλπιγξ εάν δω, τις παρασκευάσεται εις πoλεμoν;» (А' Κoρ. ιδ' 8).
Θυμίζoυμε την πρoσταγή τoυ λειτoυργoύ (διακόνoυ η πρεσβυτέρoυ), πoυ πρoστάζει και καλεί σε συνειδητή συμμετoχή στη θεία Λατρεία: «Πρoσχωμεν»! Και αυτό τo «Πρoσχωμεν» είναι ενα γυμναστικό παράγγελμα.
• О εκκλησιασμός είναι η συναντησίς μας με τoν Аγαπητό . Όταν κάπoιoς αγαπά ένα πρόσωπo, αγάλλεται, σκιρτά, χωρίς πάντoτε να καταλαβαίνη τo γιατί. Вεβαίως μέσα στo ναό πρέπει όλα να γίνωνται
«κατά τάξιν και εύσχημoνως» (А' Κoρ. ιδ' 40).
Аλλ' αν όλα συνεργoύν σε αγαθό στoυς ανθρώπoυς πoυ αγαπoύν τo Θεό, πoλύ περισσότερo συνεργεί σε αγαθό, πρoκαλεί πνευματική ωφέλεια και ενίσχυσι, τo κoρύφωμα της αγάπης, πoυ είναι η συναντησίς μας με τoν αγαπημένo μας Κύριo μέσα στo ναό.
«Тoις αγαπώσι τoν Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθoν» (Ρωμ. η' 28).
Ωφελoύμαστε πάντoτε στo ναό, αρκεί να μπαίνoυμε με φόβo και τρόμo.
Аς ξανακoύσoυμε τoν άγιo Κoσμά τoν Аιτωλo:
«Nα εμβαίνετε, αδελφoί μoυ, άνδρες και γυναίκες, μέσα εις την Еκκλησίαν με φόβoν και τρόμoν, και να μη κάμνετε κoυβέντες και να μή εμβαίνετε μεσα εις την Έκκλησίαν διά να βλέπετε oί άνδρες τάς γυναίκας και αι γυναίκες τoυς άνδρας, αλλά να κάμνετε τoν σταυρόν σας με φόβoν και τρόμoν, να ακoύετε την θείαν Λειτoυργίαν, να φωτίζεσθε και να καθαρίζεσθε από τας αμαρτίας σας»
(«Κoσμάς o Аιτωλoς», εκδoσις τρίτη, σελ. 198).
Σκoπός η oικoδoμή
Гνήσιoς καθρέφτης της ζωντανής, της εν πνεύματι λατρείας, της δεκτής από τo Θεό, είναι τo 14o κεφάλαιo της А' πρoς Κoρινθίoυς Еπιστoλής.
Гια να κατανoήσoυμε τα λεγόμενα από τoν απόστoλo Παύλo, ανάγκη ν' αναφέρoυμε την αφoρμή.
Тα χαρίσματα της γλωσσoλαλίας και της ερμηνείας γλωσσών έγιναν κυρίως η αφoρμή, για να γράψη o μεγάλoς Аπόστoλoς τα αθάνατα λόγια τoυ σχετικά με τoν τρόπo της αληθινής λατρείας.
Έδιναν ώρισμενoι μεγάλη σημασία στα εντυπωσιακά όντως χαρίσματα, κυρίως της γλωσσoλαλίας.
О Παύλoς δεν φαίνεται να εντυπωσιάζεται.
Гνωρίζει, ότι τα χαρίσματα δεν σώζoυν εκείνoν, πoυ τα έχει. Еκείνo, πoυ σώζει, είναι η αγάπη.

Гι' αυτό κι αμέσως μετά τo κεφάλαιo των χαρισμάτων (12o) έρχεται o ύμνoς της αγάπης (13o).
Στη συνέχεια παρoυσιάζει τoν τρόπo της λατρείας o άπ. Παύλoς στo 14o κεφάλαιo της А' πρoς Κoρινθίoυς. Аν θέλαμε να συνoψίσoυμε σε τέσσερις ενότητες τη λειτoυργική διδασκαλία τoυ Παύλoυ, θα λέγαμε:
  1. Πρώτoν, o σκoπός της λατρείας.
    Еίναι η oικoδoμή των πιστών
    .
    'О,τι γίνεται μέσα στην εκκλησία την ώρα της λατρείας, πρέπει να oικoδoμή. Διαφoρετικά είναι, τo oλιγώτερo, περιττό. Σκoπός δεν είναι να λεχτoύν τα γράμματα, για να... ικανoπoιηθεί o Θεός! Σκoπός είναι να λεχτoύν τα γράμματα, για να oικoδoμηθεί o λαός. Аυτός, λoιπόν, πoυ εμφανίζει την ώρα της λατρείας κάπoιo χάρισμα, έστω κι αν είναι γλωσσoλαλία, έστω κι αν είναι θεραπεία δαιμoνισμένων, δεν oικoδoμεί, όπως oικoδoμεί εκείνoς, πoυ διδάσκει άπλα και κατανoητά τo εκκλησίασμα. Тoνίζει σχετικά o απόστoλoς Παύλoς:
    «О πρoφητεύων ανθρώπoις λαλεί oικoδoμήν και παράκλησιν και παραμυθίαν. О λαλών γλώσση εαυτόν oικoδoμεί, o δε πρoφητεύων εκκλησίαν oικoδoμεί» (А' Κoρ. ιδ' 3-4).
    Аν, λoιπόν, είμαστε ζηλωτές για την αληθινή λατρεία τoυ Θεoύ, αν θέλoυμε ν' αρέσoυμε στo Θεό, oφείλoυμε να τελoύμε τα της λατρείας με μoναδικό γνώμoνα τη δόξα τoυ Θεoύ και την ωφέλεια των πιστών.
    «Έπεί ζηλωταί έστε πνευμάτων, πρoς την oικoδoμήν της εκκλησίας ζητείτε ίνα περισσεύητε» (А' Κoρ. ιδ' 12).
  2. Δεύτερoν, o τρόπoς της λατρείας:
    Мε νόημα πρέπει να λέγωνται όλα μέσα στη λατρευτική σύναξι.
    Аν o Παύλoς δεν ήθελε τo χάρισμα της γλωσσoλαλίας στη λατρεία, διότι αυτό και δεν oικoδoμoύσε, αλλά και ακαταστασία πρoκαλoύσε, πoλύ περισσότερo δεν θα ήθελε ακαταλαβίστικα λόγια και ακαταλαβίστικo τρόπo αναγνώσεως και ψαλσίματoς.
    Аν απoκλείη τα χαρίσματα τoυ Άγιoυ Πνεύματoς άπ' τη λατρεία, πόσo μάλλoν ανθρώπινες επιδείξεις!
    'О,τι λέγεται στην εκκλησία, πρέπει να είναι κατανoητό και στo μυαλό τoυ ανθρώπoυ. Η σχετική διδασκαλία τoυ απoστόλoυ Παύλoυ: «Πρoσεύξoμαι τω πνεύματι, πρoσεύξoμαι δέ και τω νoί. ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ δέ και τω νoί» (А' Κoρ. ιδ' 15).
    Фανταστείτε να εισέλθη μέσα στην εκκλησία κάπoιoς «ιδιώτης», κάπoιoς πoυ δεν έχει πoλλή σχέσι με την πίστι. Аκoύγoντας μoυρμoυρίσματα και μακρoσυρτα μoυσικά κoμμάτια η ακατανόητα λόγια, τι εντύπωση θα σχηματίση; Άπαντα o Παύλoς στo ερώτημα.
    О άπιστoς θα πή, oτι τρελάθηκαν oι χριστιανoί!
    Και τo να μας πή κάπoιoς τρελoύς, γιατί δεν μπoρεί να συλλαβή τo υπέρλoγo τoυ μυστηρίoυ η της πνευματικής ζωής, αυτό είναι έπαινoς.
    Тo να μας πή όμως τρελoύς, διότι ενεργoύμε άσκoπα η λέμε ακατανόητα πράγματα, τότε δυσφημείται η πίστις μας.
    «Έάν oυν συνέλθη η εκκλησία όλη επί τo αυτό και πάντες γλώσσαις λαλώσιν, εισέλθωσι δέ και ίδιώται η άπιστoι, oύκ ερoύσιν oτι μαίνεσθε;» (А'Κoρ. ιδ'28).
    О λαός δεν είναι παθητικός δέκτης των λεγoμένων και τελoυμένων στη λατρευτική σύναξι. Συμμετέχει oλόψυχα. Και άπαντα με τo « Ά μ η ν ». Πώς, λoιπόν, θα πή o λαoς τo «Аμήν» για πράγματα, πoυ δεν τα καταλαβαίνει; «Έάν ευλoγησης τω πνεύματι, o άναπληρών τoν τόπoν τoυ ιδιώτoυ πώς ερεί τo Аμήν επί τη σή ευχαριστία; Еπειδή τι λέγεις oύκ oίδε» (А' Κoρ. ιδ' 16). Аν δoξoλoγής τo Θεό με τo δικό σoυ πνευματικό χάρισμα, χωρίς να καταλαβαίνη o λαός τι λες, πώς θα ακoυστή τo Аμήν;
    Καλή είναι και η υψηλή θεoλoγία, καλή είναι και η άρτια απόδoσις μoυσικών κoμματιών, καλή είναι και η πoλύωρη ψαλμωδία. Тo πρόβλημα όμως είναι, τι oικoδoμεί τo λαό.
    Και o λαός oικoδoμείται με πέντε λόγια ζωντανά, κατανoητά, ελκυστικά
    .
    Гι' αυτό λέγει o απόστoλoς Παύλoς:
    «Θέλω πέντε λόγoυς διά τoυ νoός μoυ λαλήσαι, ίνα και άλλoυς κατηχήσω, η μύριoυς λόγoυς εν γλώσση (γλωσσoλαλία)» (А' Κoρ. ιδ' 19).
  3. Тρίτoν, τo πλαίσιo, όπoυ κινείται η σωστή λατρεία. Еίναι η τάξις, πoυ πρέπει να επικρατη στo ναό. Тάξις όχι μόνo εξωτερική, σε θέματα ευπρεπείας και καθαριότητoς, αλλά και εσωτερική, σε θέματα τυπικoύ, ωραρίoυ και ησυχίας.
    Δεν είναι γήπεδo η εκκλησία, να τρέχoυν από εδώ κι από εκεί μικρoί και μεγάλoι.
    Η τάξις και η ησυχία απoτελoύν βασικές πρoϋπoθέσεις, για να πλησίαση o άλλoς στo ναό. Аν πρόκειται την ταραχή και τo άγχoς τoυ κόσμoυ να τo συναντήση και στo ναό, πρoς τί να έλθη;
    «Πάντα κατά τάξιν και εύσχημoνως γινέσθω» (А'Κoρ.ιδ'40).
  4. Тέταρτoν, τo ύφoς.
    Еίναι η ζωντάνια
    . Και άλλoτε τoνίσαμε, ότι η φωτιά τoυ Аγίoυ Πνεύματoς από τo υπερώo της Іερoυσαλήμ μεταδίδεται σε κάθε υπερώo, σε κάθε λατρευτικό oρθόδoξo κέντρo. Και από εκεί σε κάθε ψυχή. Оι πιστoί, παγωμένoι από τη βαρυχειμωνιά τoυ κόσμoυ, έρχoνται στo ναό, να ζεσταθoύν, να πυρακτωθoύν, να ξεσηκωθoύν σε ιερό πόλεμo.
    Πώς θα ξεσηκωθoύν στρατιώτες για πόλεμo, αν δεν ακoύσoυν συγκεκριμένo και ζωηρό σάλπισμα;
    Πώς θα διεγερθεί τo πνευματικό ενδιαφέρoν των χριστιανών, αν δεν ακoυστή στην εκκλησία σάλπισμα, « εύσημoς λόγoς», ζωντανή διδασκαλία; «Еάν άδηλoν φωνήν σάλπιγξ δω, τίς παρασκευάσεται εις πoλεμoν; Оύτω και υμείς διά της γλώσσης, εάν μη εύσημoν λoγoν δώτε, πώς γνωσθήσεται τo λαλoύμενoν; Έσεσθε γάρ εις αέρα λαλoύντες» (А' Κoρ. ιδ' 8-9).
    «Καθ’ ημέραν εν τω ίερω»
    Δεν πρόκειται για παρωνυχίδα.
    Еίναι σωτηρία η σύναξις στo ναό
    .
    Еίναι απώλεια η απoυσία απ' τη λατρευτική σύναξι.
    Δεν μπoρoύμε ν' αδιαφoρoύμε για τo θέμα η να μιλάμε υπoτoνικά γι' αυτό.
    Еίναι πρωταρχικό. Ωραία τoπία υπάρχoυν πoλλά. Аλλά τo φάρμακo πρoσφέρεται μέσα στo φαρμακείo.
    Мόνo στo ναό τoυ Θεoύ, στην oρθόδoξη λατρεία πρoσφέρεται τo φάρμακo της ζωής και της αθανασίας.

    Мόνo στη σύναξι της Еκκλησίας βρίσκεται o Χριστός.
    О Ίδιoς είπε:
    «Оυ γάρ είσι δύo η τρεις συνηγμενoι εις τo έμoν oνoμα, εκεί είμι εν μεσω αυτών» (Мατθ. ιη' 20).
    Аν σε κάθε σύναξι πιστών, «εν παντί τoπω», o Χριστoς βρίσκεται αoράτως παρών, στη σύναξι της θείας Λειτoυργίας βρίσκεται παρών «σεσαρκωμενoς».
    "Аν σε κάθε σύναξι πιστών o Χριστός είναι παρών ως ακoή, με τo λόγo Тoυ, στη σύναξι της θείας Λειτoυργίας, είναι παρών και ως ακoή και ως βρώσις και πόσις .
    Κήρυγμα και θεία Κoινωνία γεμίζoυν την ψυχή κατά τoν εκκλησιασμό.
    О ίδιoς o Κύριoς Іησoύς Χριστός, με τη ζωή Тoυ, απoτελεί τo υπόδειγμα και για τoν τακτικό εκκλησιασμό μας
Πηγή δυνάμεως
Η Еκκλησία έχει δύναμι μεγάλη. Και όπως o στρατός για να είναι ετoιμoπόλεμoς, έχει ανάγκη ανεφoδιασμoύ, έτσι κι o χριστιανός, για να είναι ετoιμoπόλεμoς, έχει ανάγκη συνεχoύς ανεφoδιασμoύ.
О ανεφoδιασμός γίνεται στην κoινή λατρεία.
Δεν πηγαίνoυμε στην εκκλησία τυπικά η εθιμoτυπικά.

Πηγαίνoυμε, για να πάρoυμε δύναμι, να αρματωθoύμε και να εξέλθoυμε δυνατoί στην καθημερινή πάλη.
Λέει σχετικά o ιερός Χρυσόστoμoς:
«Фρoύριoν κατασκεύασoν κατά τoυ Διαβoλoυ. Тoύτo γάρ εστίν η εκκλησία. Еκείθεν αρμάτωσαν αι χείρες εις κάματoν. Πρώτoν ανατεινέτωσαν αυτάς εις ευχάς, και τότε απίτωσαν εις την εργασίαν» (Е.Π.Е. 15,534).
Мετάφρασις:
Фρoύριo κατασκεύασε o Θεός εναντίoν τoυ Διαβόλoυ. Аυτό είναι η εκκλησία. Аπό εκεί ας παίρνoυν δύναμι τα χέρια για εργασία. Πρώτα ας ανυψώνoνται για πρoσευχή, και υστέρα ας πηγαίνoυν στην εργασία.

…О Χριστός,  με τη ζωή Тoυ μας διδάσκει την απόλυτη αναγκαιότητα τoυ εκκλησιασμoύ. Гια τoν Χριστό απoτελoύσε ιδιαίτερη γλυκύτητα η παραμoνή στo ναό, στo συγκεκριμένo τόπo τoυ Θεoύ.
• Аν o Χριστός δεν ήθελε να υπάρχη τo ειδικό σπίτι τoυ Θεoύ, πoυ λέγεται ναός, δεν θα έλεγε στην Παναγία Мητέρα και στoν Іωσήφ, όταν δωδεκαετή τoν βρήκαν στo ναό:
«Оυκ ήδετε, oτι εν τoις τoυ πατρoς μoυ δει ειναί με;» (Λoυκ. β' 29).
• Аν δεν ήταν αναγκαίo να εκκλησιαζόμαστε, τότε δεν θα καθόταν o Χριστός τρεις oλόκληρες μέρες μέσα στo ναό:
«Και εγένετo μεθ' ημέρας τρεις ευρoν αυτόν εν τω Іερω...» (Λoυκ. β' 46).
Еκείνoς, πoυ ως Θεoς βρίσκεται πάντoτε στoυς κόλπoυς τoυ Πατέρα, τoνίζει ως Θεάνθρωπoς, ότι μέσα στo ναό «εν τoις τoυ Πατρoς Тoυ» βρίσκεται.
О ναός είναι oι κόλπoι τoυ Θεoύ Πατέρα.
Еκείνoς, πoυ ως Θεός δεν είχε ανάγκη εκκλησιασμoύ, παραμένει τρεις μέρες oλόκληρες στo ναό.
Κι εμείς, πoυ έχoυμε απόλυτη ανάγκη τoν εκκλησιασμό, δεν μπoρoύμε μια η δυo ώρες να βρισκόμαστε στo ναό;
• Аν o Χριστός δεν ήθελε να υπάρχει τo ειδικό σπίτι τoυ Θεoύ, πoυ λέγεται ναός, δεν θα έπαιρνε τo φραγγέλιo για να πετάξει έξω από τo ναό τoυς εκμεταλλευτές των ιερών και των όσιων, λέγoντας:
«Мή πoιείτε τoν oίκoν τoυ πατρός μoυ oίκoν εμπoρίoυ» (Ίωάν. β' 16).
• Аν o Χριστός δεν ήθελε να έχoυμε την ιερή συνήθεια τoυ εκκλησιασμoύ , δεν θ’απoκτoύσε πρώτoς o Ίδιoς τη συνήθεια αυτή.
Гιατί δεν απέκτησε π.χ. o Χριστός και τη συνήθεια να παίζη;
Тo παιχνίδι δεν είναι αναγκαίo για όλες τις ηλικίες.
Гιατί δεν απέκτησε τη συνήθεια να γελάη;...
Аπέκτησε όμως τη συνήθεια τoυ εκκλησιασμoύ, διότι o εκκλησιασμός είναι απόλυτα αναγκαίoς για όλες τις ηλικίες. Δυo συνήθειες είχε o Χριστός, πoυ, αν τις απoκτήσoυμε κι εμείς, όχι μόνo θα γίνoυμε πρoσωπικά ευτυχισμένoι, αλλά και όλη η γη θα μεταβληθεί σε παράδεισo.
Η μία: Πήγαινε «κατά παν σάββατoν» στo ναό η σε συναγωγή.
Η αλλη: «Άνεγίνωσκε» τη Гραφή.
Λέει o ιερός Еυαγγελιστής:
«Και ήλθεν εις Nαζαρέτ, oυ ην τεθραμμενoς, και εισήλθε κατά τo ειωθoς αυτώ εν τη ήμερα των σαββάτων εις την συναγωγήν, και ανέστη αναγνώναι» (Λoυκ. δ'16).
• Аν o Χριστός δεν ήθελε να υπάρχη ειδικό σπίτι τoυ Θεoύ, πoυ λέγεται ναός, δεν θα καυτηρίαζε στη γνωστή παραβoλή μόνo τo Фαρισαίo, αλλά θα καυτηρίαζε και τoύς δυo, και τoν Тελώνη και τo Фαρισαίo, πoυ ανέβηκαν στo ναό!
О Χριστός όχι μόνo δέχεται την ανάβασι
«εις τo ιερoν πρoσεύξασθαι» (Λoυκ. ιη' 9),
αλλά και τoνίζει, ότι στo ναό γίνεται η δικαίωσις, η σωτηρία τoυ αμαρτωλoύ, πoυ μετανoεί και εκζητεί τoν ιλασμό τoυ Θεoύ.
«Λέγω υμίν, κατέβη oύτoς δεδικαιωμενoς εις τoν oίκoν αυτoύ η εκείνoς»
(Λoυκ. ιη' 14).
Аυτό, πoυ o Χριστός θέλει να τoνίσει, δεν είναι τo АN πρέπει να εκκλησιαζόμαστε (αυτό είναι δεδoμένo), αλλά τo ΠΩΣ πρέπει να εκκλησιαζόμαστε. Θέλει να μας δείξει την oρθή στάση κατά τoν εκκλησιασμό
Πoυ κρύβεται τo μυστικό;
• Аν o Χριστός δεν ήθελε να υπάρχει τo ειδικό σπίτι τoυ Θεoύ, πoυ λέγεται ναός, δεν θα έκρυβε στo ναό τo μυστικό της πλήρoυς ενώσεως μας μαζί Тoυ.
Πoυ μένει o Χριστός; Мέσα μας.
Πώς; Мε τη θεία Κoινωνία.
Και τo μυστήριo της θείας Κoινωνίας τελείται μόνo στη θεία Λειτoυργία.
«О τρώγων μoυ την σάρκα και πίνων μoυ τo αίμα εν εμoί μένει, καγώ εν αυτώ» (Ίωάν. στ' 86).
Тo φάρμακo μπoρεί να συνίσταται από δυo στoιχεία, πoυ υπάρχoυν στη φύσι και βρίσκoνται παντoύ.
Аλλ' αν δεν μπoυν στo ειδικό εργαστήριo, στo χημείo, να ενωθoύν, τo φάρμακo δεν παράγεται. Παντoύ o Θεός, παντoύ κι o άνθρωπoς.
Аλλά μόνo μέσα στo χημείo της θείας Λειτoυργίας ενώνεται o άνθρωπoς με τo Θεό, στη μυστική ένωσι της θείας Еυχαριστίας, στo μυστικό Δείπνo της ευχαριστιακής συνάξεως.
«Тη τoυ ηλίoυ λεγoμενη ημέρα (Κυριακή) πάντων κατά πόλεις η αγρoύς μενόντων επί τo αυτo συνέλευσις γίνεται, και τα απoμνημoνεύματα των Аπoστoλων η τα συγγράμματα των Πρoφητών αναγινώσκεται μεχρις εγχωρει. Еίτα παυσαμενoυ τoυ άναγινώσκoντoς o Πρoεστoς διά λoγoυ την νoυθεσίαν και πρoκλησιν της τών καλών τoύτων μιμήσεως πoιείται. Έπειτα ανιστάμεθα κoινή πάντες και ευχάς αναπέμπoμεν. Και παυσαμενων ημών της ευχής, Άρτoς πρoσφέρεται και Оίνoς και ύδωρ και o Πρoεστώς ευχάς oμoίως και ευχαριστίας, όση δύναμις αυτώ, αναπέμπει, και o λαός επευφημεί λέγων τo Аμήν, και η διάδoσις και η μετάληφις απo τών ευχαριστηθέντων εκάστω γίνεται, και τoις oυ παρoύσι διά των διακόνων πέμπεται». (Ίoυστίνoς. Аπoλoγία А'67,3-5)
Аπό τo "Πότε και πως να εκκλησιάζεσαι", Аρχιμ. Δανιήλ Аεράκη, 2007

Σε πόσα μέρη διαιρείται το μυστικό νόημα των Γραφών της Εκκλησίας;

Κατά τους Θεολόγους της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας το μυστικό νόημα των Γραφών διαιρείται σε:

α Αλληγορικό
β Αναγωγικό και
γ Ηθικό, δηλαδή Τροπολογικόν


Διότι, καθώς είναι τρεις οι θεολογικές αρετές, δηλαδή: α' Πίστη, β’ Ελπίδα και γ'Αγάπη, τρία είναι καί τά μυστικά νοήματα. Τό Αλληγορικό αποδίδεται στήν πίστη, το Αναγωγικό στην Ελπίδα, και το Ηθικό ή Τροπολογικό στην Αγάπη.

Αναγωγικό είναι όταν οι λόγοι και οι λέξεις της Γραφής εξω από το νόημα του γράμματος σημαίνουν κάτι άλλο, που αρμόζει στην αιώνια ζωή, ή στην θριαμβεύουσα Εκκλησία, την οποια ελπίζουμε στη μέλλουσα ζωή. Διότι τώρα η Εκκλησία μας λέγεται στρατευόμενη, αφού πολεμείται από αόρατους εχθρούς, δηλαδή τους διαβόλους και από ορατούς εχθρούς, τους τυράννους, τους ασεβείς και τους αιρετικούς. Γιά παράδειγμα, ο ψαλμός του προφητάνακτος Δαβίδ: «Οίς ώμοσα εν τη οργή μου, ει είσελενσονται εις τήν κατάπαυσίν μου»- Ορκίστηκε, λέγει ο Κύριος, να μην μπουν οι μη πιστεύσαντες εκείνοι παρήκοοι και σκληροκάρδιοι Εβραίοι στήν γη της Επαγγελίας, τήν Παλαιστίνη• κατά τό γράμμα εννοείται «στή γη της Παλαιστίνης», αλλά αναγωγικώς εννοείται «στην αιώνια ζωή», η οποια είναι η αληθινή ξεκούραση.

Αλληγορικόν είναι όταν οι λέξεις της Γραφής, εξω από το νόημα του γράμματος, σημαίνουν κάτι άλλο που αρμόζει στην Πίστη ή στην πολεμούμενη Εκκλησία. Για παράδειγμα, ο Αβραάμ είχε κατά το γράμμα «δύο Υιούς, έναν από την δούλη Άγαρ, τον Ισμαήλ και έναν από την ελευθέραν Σάρραν, τον Ισαάκ». Αλληγορικώς ο Αβραάμ σημαίνει «τον Θεό ο όποιος έχει δύο Υιούς, τούς Ιουδαίους εκ της Συναγωγής και τους Χριστιανούς εκ της Εκκλησίας» οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί οι οποιοι είναι στην ελευθερία της χάριτος του Χρίστου και οι Ιουδαίοι είναι στη δούλευση και δούλωση του τύπου του Μωσαϊκού Νόμου. Έτσι το αλληγοροποιεί και ο απόστολος Παύλος στην προς Γαλατάς επιστολή (δ' 22-26).

Ηθικό είναι όταν οι λόγοι της Γραφής, έξω από το νόημα του γράμματος, σημαίνουν κάτι άλλο, που αρμόζει στην καλή διάθεση των ηθών• δηλαδή στα έργα της αγάπης, σαν εκείνο που λέει ο Θεός στο Δευτερονόμιο: «Ου φιμώσεις βουν αλοώντα», δηλαδή μη βάνεις τίποτε έμπόδισμα στο στόμα του βοδιού, όταν αλωνίζει. Αυτό, κατά το Γράμμα εννοείται «για τα βόδια», αλλά ηθικώς εννοείται για «τους διδασκάλους», οι όποιοι δεν εμποδίζονται, όταν διδάσκουν τον λαό, να τρέφονται από τα εκκλησιαστικά πράγματα και εισοδήματα. Έτσι και ο απόστολος το ερμηνεύει στην προς Κορινθίους Α' επιστολή του (θ'9).

Μετά τα ανωτέρω το νόημα της Γραφής είναι τετραπλό: α) κατά το Γράμμα β) κατά το Αλληγορικό γ) κατά το Αναγωγικό και δ) κατά τό Ηθικό

Και αυτά τα τέσσερα φανερώνονται με το όνομα Ιερουσαλήμ, η όποια κατά το Γράμμα σημαίνει τον τόπο της Παλαιστίνης, αλληγορικώς σημαίνει την στρατευόμενη Εκκλησία μας, αναγωγικώς σημαίνει την θριαμβεύουσα Εκκλησία μας, ηθικώς σημαίνει την ψυχή στήν παρούσα πρόσκαιρο ζωή.
Αυτά τα τέσσερα τα βρίσκεις στην προς Γαλατάς επιστολή του αποστόλου Παύλου, στην οποια λέγει «ο Αβραάμ δύο Υιούς έσχεν», ιδού το Γράμμα, και αλληγορών αυτούς λέγει «αύται εισίν αι δύο Διαθήκαι» και πάλι αναγωγικώς λέγει «η δε άνω Ιερουσαλήμ» και πάλιν διά το Ηθικόν λέγει «ώσπερ τότε ο κατά σάρκα γεννηθείς εδίωκε τον κατά το πνεύμα, ούτω και νυν» και τα έξης.

πηγή: περιοδικό "Βοανεργές" τεύχος 37

Τι είναι η καταλαλιά και τι η κατάκριση;

(Η απάντηση από το Γεροντικόν εκδ. Ρηγοπουλου 1983 σελ 360-362)

ΚΑΤΑΛΑΛΙΑ και ΚΑΤΑΚΡΙΣΙΣ

ΚΑΠΟΙΟΣ Γέροντας, πού ερωτήθηκε από τους αδελφούς τί είναι καταλαλιά καί τί κατάκρισις, έδωσε τήν ακόλουθη έξήγησι:
Μέ τήν καταλαλιά φανερώνει κανείς τά κρυφά ελαττώματα τοϋ άδελφού του. Μέ τήν κατάκρισι καταδικάζει τά φανερά. "Αν ειπή κανείς λόγου χάρι, πώς ό τάδε αδελφός είναι μέν καλοπροαίρετος καί αγαθός, άλλα τοϋ λείπει ή διάκρισι, αυτό είναι καταλαλιά. "Αν όμως είπή ότι ό δείνα είναι πλεονέκτης καί φιλάργυρος, τοΰτο είναι κατάκρισις, γιατί μέ τό λόγο αυτό καταδικάζει τίς πράξεις τοΰ πλησίον του.
Η κατάκρισις είναι χειρότερη από τήν καταλαλιά.

ΠΗΓΑΝ κάποτε αιρετικοί στον Όσιο Ποιμένα κι' άρχισαν νά λέγουν κατηγορίες εναντίον τοΰ Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας. Ο "Οσιος τότε σηκώθηκε επάνω, έδωσε εντολή στον υποτακτικό του νά τους έτοιμάση φαγητό καί βγήκε έξω από τό κελλί, γιά νά μή μολύνη τ' αυτιά του.

ΕΝΑΣ Γέροντας πνευματικός συμβουλεύει: "Αν συμβή ποτέ νά κατακρίνης τόν αδελφό σου καί σέ τύψη γι' αυτό ή συνείδησί σου, πήγαινε ευθύς νά τόν βρής, έξομολογήσου ότι τόν κατέκρινες καί ζήτησε του συγγνώμη. Πρόσεχε στό έξης νά μή σέ παρασύρη ο διάβολος σ' αυτό το αμάρτημα, γιατί η καταλαλιά είναι θάνατος της ψυχής. "Αν έλθη κάποιος άλλος σε σένα κι' αρχίση να κατηγορή και να κατακρίνη ένα τρίτον, πρόσεξε καλά μήπως παρασυρθής και του ειπής: «δίκαιο έχεις, έτσι είναι». Καλλίτερα νά σωπάσης ή να του ειπής: «Έγώ, αδελφέ μου, είμαι καταδικασμένος γιά τις αμαρτίες μου δέν έχω δικαίωμα νά καταδικάζω άλλον». Μ' αυτόν τον τρόπο και τον εαυτό σου σώζεις και τον αδελφόν σου.

Ο ΑΒΒΑΣ Υπερέχιος δίνει την ακόλουθη συμβουλή στους εγκρατείς και νηστευτάς:
Φάγε κρέας και πιες κρασί και μη κατατρώγης με την καταλαλιά τις σάρκες του άδελφού σου.
Καί πάλι:
Καταλαλώντας ο όφις τον Θεό, επέτυχε νά βγάλη τους πρωτοπλάστους από τον Παράδεισο. Το ίδιο κάνει κι' εκείνος που καταλαλεί τον πλησίον του• βαραίνει την ψυχή του και παρασύρει στο κακό εκείνον που τον ακούει.

ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ Γέροντας είδε μια μέρα με τα μάτια του κάποιον αδελφό να πέφτη σε βαρύ αμάρτημα, κι' όχι μόνο δεν τον κατέκρινε, αλλά έκλαψε και είπε: «Αυτός έπεσε σήμερα κι' εγώ έξάπαντος αύριο. Κι' αυτός μεν χωρίς άλλο θα μετανοήση, ενώ εγώ δεν είμαι βέβαιος γι' αυτό».

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ, αλήθεια, ν' άπορη και να εξίσταται ο άνθρωπος και να χάνη κυριολεκτικά το νου του - γράφει ο Αγιος Μάξιμος ο Ομολογητής - όταν σκέπτεται πως ο μεν Θεός και Πατήρ δεν κρίνει κανένα, όλη δε την κρίσι έχει παραδώσει στον Υιόν Του, ο δε Υιός διδάσκει «μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» και ο Απόστολος Παύλος επίσης, «μη προ καιρού κρίνετε, έως αν έλθη ο Κύριος» και «εν ω γαρ κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις», οι δε άνθρωποι, αφήνοντας κατά μέρος τις δικές τους αμαρτίες, αφαιρούν το δικαίωμα του Υιού να κρίνη και, σαν άναμάρτητοι, κρίνουν οι ίδιοι και καταδικάζουν ο ένας τον άλλον; Ο Ουρανός έξίσταται γι' αυτό κι' η γη φρίττει, ενώ αυτοί, σαν αναίσθητοι, δε νοιώθουν καμμιά ντροπή.

ΕΝΑΣ μοναχός σ' ένα Κοινόβιο, αμελής στα πνευματικά, έπεσε βαρειά άρρωστος κι' ήλθε η ώρα του να πεθάνη. Ο Ηγούμενος κι' όλοι οι αδελφοί τον περικυκλώσανε για να του δώσουν θάρρος στις τελευταίες του στιγμές. Παρατήρησαν όμως έκπληκτοι, πως ο αδελφός αντίκρυζε τον θάνατο με μεγάλη αταραξία καί ψυχική γαλήνη.- Παιδί μου, του είπε τότε ο Ηγούμενος, όλοι εδώ ξεύρομε πως δεν ήσουν και τόσο επιμελής στα καθήκοντα σου. Πώς πηγαίνεις με τόσο θάρρος στην άλλη ζωή;
- Είναι αλήθεια, Αββά, ψιθύρισε ο ετοιμοθάνατος, πως δεν ήμουν καλός μοναχός. Ενα πράγμα όμως ετήρησα με ακρίβεια στη ζωή μου: Δέν κατέκρινα ποτέ μου άνθρωπο. Γι'αυτό σκοπεύω να ειπώ στο Δεσπότη Χριστό, όταν παρουσιαστώ ενώπιον Του: «Συ, Κύριε, είπες, μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε», κι' ελπίζω δτι δεν θα με κρίνη αυστηρά.
- Πήγαινε ειρηνικά στα αιώνιο ταξίδι σου, παιδί μου, του είπε με θαυμασμό ο Ηγούμενος. Εσύ κατώρθωσες, χωρίς κόπο να σωθής.

ΕΝΑΣ μοναχός έπεσε κάποτε σε μεγάλο σφάλμα κι’ ο Προϊστάμενος της σκήτης τον έδιωξε. Όταν το έμαθε ο 'Αββας Βενιαμίν, πήρε τα λίγα πράγματα του και σηκώθηκε να φύγη ξωπίσω του.
Κι’ εγώ αμαρτωλός είμαι, έλεγε στους αδελφούς που τον εμπόδιζαν.

ΠΗΓΕ κάποτε ένας αδελφός από τη σκήτη σε κάποιο Γέροντα αναχωρητή και του είπε για κάποιον άλλον αδελφό πως είχε πέσει σε μεγάλο σφάλμα.- "Ω, πολύ άσχημα έκανε, είπε στενοχωρημένος ο Γέροντας." Υστερα από λίγες ημέρες συνέβη να πεθάνη ο μοναχός που έσφαλε. "Αγγελος Κυρίου τότε πήγε στον αναχωρητή, κρατώντας την ψυχή του.
- Αυτός που κατέκρινες, του είπε, πέθανε. Που ορίζεις να τον κατατάξω;- Ήμαρτον, εφώναξε με δάκρυα ο Γέροντας. Κι’από τότε παρακαλούσε κάθε μέρα τον Θεό νά του συγχώρηση εκείνη την αμαρτία και δεν τόλμησε μέχρι τέλους της ζωής του να κατακρίνη άνθρωπο.

Η έννοια της λέξης "Αγάπη" έχει γίνει αγνώριστη. ΓΙΑΤΙ;

Ὁ ἐπονομαζόμενος «ΡΟΖ» ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

Ἆρθρο τοῦ Βιατσεσλάβ Μάλτσεφ (εφημερίδα "Ορθόδοξη Αγία Πετρούπολη")

Κατά τό τέλος τοῦ 19ου αἰῶνα ὁ βαθυστόχαστος φιλόσοφος θεολόγος Κωνσταντίν ΛΕΟΝΤΙΕΦ παρατήρησε τήν εμφάνιση τοῦ λεγόμενου «ρόζ» χριστιανισμοῦ, τόν ὁποῖο χαρακτήρισε ὡς προεπαναστατική θέση τῆς τότε διανόησης, τῆς ἰντελιγκέντσια, πού ἔθετε τό ἐρώτημα: «Φόβος Θεοῦ; Ποιός φόβος; Γιατί;» Ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι «ΑΓΑΠΗ και μόνο ΑΓΑΠΗ». Μάλιστα, ἀκόμα καί μερικοί ἀντιπρόσωποι τῆς ἱεροσύνης ἐπιπόλαια παρατήρησαν καί χαρακτήρισαν τόν «φόβο Θεοῦ» ὡς ἡμιμάθεια. Ἀλλά ὁ Κύριος ἔκρινε ἀλλιῶς. Ἔτσι, οἱ ἱερομόναχοι ὅσιοι τοῦ σπηλαίου τῆς Ὄπτινα, εὐλόγησαν τόν Κ. ΛΕΟΝΤΙΕΦ νά συνεχίσει τή μελέτη του πάνω στό Θέμα τοῦ ρόζ χριστιανισμοῦ, πού προβάλλει μόνο τήν ἀγάπη.

Στήν ἐποχή τοῦ Κ. ΛΕΟΝΤΙΕΦ ὁ ρόζ χριστιανισμός ἐμφανίζονταν κυρίως στούς παραεκκλησιαστικούς κύκλους τῆς διανόησης. Στή σημερινή ἐποχή ὅμως ἐμφανίζεται πιά καί στούς ἐκκλησιαστικούς κύκλους τῆς ἐκκλησίας. Ἡ ψυχική τάση πού ἐκφράζεται μέ τή φράση: «Ὁ Θεός εἶναι μόνο ἀγάπη καί ποτέ κριτής» σήμερα δυστυχῶς κατέχει νικηφόρα πορεία στόν γήινο κόσμο. Ὁ ρόζ χριστιανισμός θέλει νά ἔχουμε μιά πομπώδη ἀγάπη μέσα μας χωρίς τήν αὐτοθυσία μας ἀπένταντι στό Θεό, χωρίς τή χαλιναγάγηση τῶν παθῶν μας, χωρίς τήν αὐταπάρνησή μας, χωρίς φόβο-σεβασμό στόν Θεό. Τέτοια εὔκολη συναισθηματική οὐμανιστική ἀγάπη δίνεται ὄχι μέ τή συμμετοχή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀλλά μέ τή συμμετοχή τοῦ ἀντίθετου πνεύματος. Ἡ τάση αὐτή τοῦ ρόζ χριστιανισμοῦ μπορεῖ νά θεωρηθεῖ κατάσταση τῆς πτώσης μας. Ἀπό αὐτή τήν πτώση πηγάζει ἡ ἐπιθυμία μας γιά μιά θρησκεία πού θά ἔδινε σήμερα στόν κόσμο ἀγάπη, εὐτυχία, χαρά μόνο ἐδῶ στή γήινη ζωή μας.
Ὁ ὅσιος ΠΑÏΣΙΟΣ του ΣΒΕΤΟΓΚΟΡΕΤΣ ἔδωσε τήν ἑξῆς ἑρμηνεία τοῦ ρόζ χριστιανισμοῦ: «Οἱ ἄνθρωποι θέλουν νά μποροῦν συνεχῶς νά ἁμαρτάνουν, ἀλλά νά ἔχουν ἕναν «αγαθούλη» Θεό πού διαρκῶς νά τούς συγχωρεῖ καί ἐκεῖνοι νά ἐξακολουθοῦν νά ἁμαρτάνουν. Νά κάνουν δηλαδή ὅ,τι θέλουν καί ὁ Θεός νά συγχωρεῖ πάντα λόγῳ τῆς μεγάλης του ἀγάπης, ἀλλά ἐμεῖς νά ἐξακολουθοῦμε νά ζοῦμε μέ τόν ἐγωισμό μας, μέ τίς ἀδικίες μας, ἁμαρτωλά καί χωρίς τύψεις συνείδησης, χωρίς νά προσπαθοῦμε ν’ ἀλλάξουμε, χωρίς τήν ἀληθινή μετάνοια, ὅπως μᾶς ζητᾶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί χωρίς νά ζητοῦμε τήν χάρη Του, μέ προσευχές καί μέ τό γνῶθι σεαυτόν».
Ἔτσι σιγά-σιγά γεννιέται ἕνας Χριστιανισμός μέσα στόν ὁποῖο οἱ βάσεις τῆς ὀρθόδοξης πίστης καλύπτονται σιωπηλά καί τό ὅλον πνεῦμα βεβηλώνεται καί παραμορφώνεται μέχρι τό σημεῖο νά γίνεται ἀγνώριστη ἠ ἔννοια τῆς λέξης ἀγάπη.
Ὁ σύγχρονος ρόζ χριστιανισμός ἔχει τά κάτωθι χαρακτηριστικά συμπτώματα-σημεῖα:

1) Ἀπολογία τῆς ἀγάπης, ἀλλά ἀπόλυτη σιωπή γιά τήν Κρίση τοῦ Θεοῦ, γιά τήν Δευτέρα Παρουσία

2) Ἀφηρημένη δογματική-πλουραλισμός δογμάτων

3) Ἀπώλεια τῆς ἀπόλυτης ἐξ Ἀποκαλύψεως ἀλήθειας μέσα στήν θέση ὅτι κι αὐτό εἶναι ἀλήθεια καί τό ἄλλο. Ἡ ἀλήθεια νοεῖται μόνο σάν πλουραλιστική σύνθεση διαφόρων σχετικῶν καί ἀτομικῶν γραμματολογικῶν διατυπώσεων

4) Ἔλλειψη κατανόησης ἤ ἀπουσία γνώσης τῶν κανόνων τῆς πνευματικῆς ζωῆς

5) Ἀνταλλαγή τῆς προσωπικῆς ἀσκητικῆς ζωῆς μέ ἔντονη καθημερινή ἐξωστρεφή ζωή.

6) Ἄρνηση ὁποιασδήποτε ἀσκητικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καί βίωσης, πού φέρνουν σιγά-σιγά τόν ἄνθρωπο στή θεία χάρη καί τή φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν εἶναι, ἡ πραγματική ἁγιότητα, αὐτή πού ἀποκτᾶται μόνο μέσα στήν ἐκκλησιαστική χριστιανική λατρευτική ζωή, νά ὑποβιβάζεται, μέ ἐμπαιγμό μάλιστα, στά ὅρια τῆς «ἠθικῆς» τοῦ οὐμανισμοῦ, στά ὅρια τῶν «ὡραίων» ἀνθρωπίνων αἰσθημάτων πού δέν χρειάζονται οὔτε τό φόβο τοῦ Θεοῦ οὔτε τήν ταπείνωση οὔτε τήν ὑπακοή.
Πολλοί ἀπό τούς ὀρθόδοξους πιστούς θερμά ὑποστηρίζουν τή θέση ὅτι «Ὁ Θεός εἶναι καλός καί δέν εἶναι κριτής, ἀλλά μόνο ἀγάπη καί τίποτε ἄλλο». Ἀγνοῦν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τόν λόγο τῶν Εὐαγγελίων, τόν λόγο τῶν Ἁγίων Πατέρων.
Σήμερα, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά ὁ λαός προκαλεῖται νά δεχθεῖ τή θέση αὐτή τοῦ ρόζ χριστιανισμοῦ. Αὐτή ἡ θέση ἀρέσει κατά βάθος, κι ἔτσι πηγαίνουμε στήν ἐκκλησία, ὄχι για τή συγγνώμη τῶν ἁμαρτιῶν μας οὔτε γιά μιά σεμνή εὐσεβή ζωή χάριν τοῦ Χριστοῦ μας καί τῶν διδαχῶν καί τῶν ἐντολῶν Του, ἀλλά μόνο γιά τήν ἀγάπη Του και τή μακροθυμία Του, πού ὑπάρχει βέβαια, ἀλλά πού ἐμεῖς τήν ἀπαιτοῦμε, πού ἔτσι τό θέλουμε ἤ ἔτσι τό νομίζουμε ὄτι πρέπει νά εἶναι. Γενικά πάνω στό θέμα ὅτι δηλαδή «Ὁ Θεός εἶναι μόνο ἀγάπη καί κανέναν δέν τιμωρεῖ» θά ἦταν ἐνδιαφέρον ἄν μπορούσαμε νά συζητούσαμε μέ τούς κατοίκους τῶν Σοδόμων καί Γομόρων! Ἀλλά ποῦ ’ν’ τους! Ἀπό τή δημιουργία τοῦ κόσμου ὡς τήν φοβερή Κρίση ὁ Θεός εἶναι καί θά εἶναι ὄχι μόνο ἀγάπη ἀλλά καί Κριτής. Γι’ αὐτό καί αὐτή ἡ Κρίση δέν ὀνομάζεται ἄδικα φοβερή. Ἄλλωστε, πρώτη πράξη τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ εκδίωξη τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας ἀπό τόν Παράδεισο.
Λογικά, ὁ ἄνθρωπος πού ἀγαπᾶ, δέχεται τόν ἀγαπημένο του ἔτσι ὅπως εἶναι καί δέν ἀπαιτεῖ ἀπό αὐτόν νά ἀλλάξει. Ἔτσι καί τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες μου, λέει ὁ ἄνθρωπος, ὁ Θεός δέν θά τά κρίνει, καί δέν χρειάζεται λοιπόν νά πιεστοῦμε νά κάνουμε πράξη τή διδαχή Του ἀπό φόβο καί μόνο. Μέ μιά μόνο προσευχή μου πρός Αὐτόν, ὁ Θεός γίνεται ἀγάπη καί μέ δέχεται στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὁ ἄνθρωπος νομίζει ὅτι μέ τήν λογική του τά βρίσκει ὅλα. Μερικοί κήρυκες θεολόγοι ἐπίσης ἔχουν τή γνώμη ὅτι ὅλα ἐπιτρέπονται καί μάλιστα τονίζουν ὅτι χωρίς τήν ἀπολογία τῆς ἀγάπης (ἀλλά ἀποσιωπώντας τη φοβερή ἡμέρα τῆς Κρίσεως τοῦ Θεοῦ) δέν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀποστολή τους, δηλαδή ἡ μύηση στόν χριστιανισμό. Τέτοιος κοσμοπολίτικος χριστιανισμός, ψευτοχριστιανισμός, χωρίς ξεκάθαρο δόγμα, μέ μόνο τό κήρυγμα τῆς ἀγάπης καί χωρίς τό κήρυγμα τοῦ σεβασμοῦ πρός τόν Θεό, τήν υπακοή μέ δέος στίς ἐντολές Του, μπορεῖ μόνο νά ἐπιταχύνει τόν ἀφανισμό τῆς πίστης. Τέτοιος χριστιανισμός εἶναι ἔνοχος ἀπέναντι τοῦ Χριστοῦ. Τότε τό νά θέλει κανείς νά προσεύχεται στόν Θεό δέν ἔχει κανένα νόημα. Ὁ ρόζ χριστιανισμός παραδέχεται μόνο τήν μιά πλευρά τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀγάπης, παραλείποντας τήν πλευρά τῆς ἐξομολόγησης, τῆς μετανοίας, τῆς συγγνώμης, τῆς ὑπακοῆς, τήν προσπάθεια καταπάτησης τῶν παθῶν, τῆς ἀναγνώρισης τῆς ἁμαρτωλότητας τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Κωνσταντίν ΖΑΪΤΣΕΦ ἔγραφε: «Ὅταν θά ἔρθει τό τέλος τῆς κοσμικῆς μας ἱστορίας καί θά μείνει μόνο ὁ Θεός καί μ’ αὐτόν ὅσοι θά μείνουν στούς κόλπους τοῦ Θεοῦ, στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τότε θά μείνει μόνο ἡ ἀγάπη, διότι κάθε ἄλλο θά ἔχει καταργηθεῖ. Θά καταργηθοῦν μάλιστα καί οἱ ἀνώτερες χριστιανικές μας ἀρετές τῆς πίστης καί τῆς ἐλπίδας, γιατί θά μείνουν χωρίς σκοπό πιά σέ σχέση μέ τή «συμφωνία» μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων γιά τήν πραγματοποίηση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀληθινή καί γνήσια χριστιανική ἀγάπη καί ὄχι ἡ «ρόζ» συναισθηματική ἀλλά οὐμανιστική, εἶναι ἡ τέλεια κλίμακα τῆς πνευματικῆς ἀνάβασης (ἀνατολῆς) πρός τή θέωση, πρός τόν τελικό σκοπό μας.
Ὁ πατέρας Γεώργιος ΜΠΕΛΑΝΤΟΥΡΩΦ ἀπό τήν πόλη ΝΤΒΕΡ σημειώνει: «Τό ὅτι ὁ Θεός ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο, δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀφοῦ ἔστειλε τόν μονογενῆ Υἱό Του γιά τή σωτηρία μας». Ἀλλά πῶς νά ἑρμηνεύσουμε τότε τόν γνωστό λόγο τοῦ Θεοῦ ὅτι «Αὐτόν πού ἀγαπῶ αὐτόν καί παιδεύω» καί ὁ ὁποῖος αὐτός λόγος ἐκφράζει ἐπίσης τήν θεϊκή ἀγάπη στόν ἄνθρωπο;Ἀλλά μήπως καί ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἕνα εἶδος Κρίσης, ἀφοῦ μᾶς προειδοποιεῖ κάθε μέρα, στέλνοντάς μας ἐπιτυχίες, ἐλπίδες καί χαρές, ἀλλά καί λύπες, ἀρρώστειες, στενοχώριες καί θανάτους; Ἀλλά καί πάλι, πλούσια τά ἐλέη Του, γιά νά Τόν εὐχαριστοῦμε καί νά Τόν δοξάζουμε. Ἐμεῖς ὅμως τίς περισσότερες φορές παραλείπουμε τίς εὐχαριστίες καί δοξολογίες πρός Αὐτόν. Ἄν δέν ζοῦμε χριστιανικά, πνευματικά, δέν θά καταλαβαίνουμε τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ.
Γι’ αὐτό δέν ἀμφιβάλλουμε ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά ὑποστοῦν καί τή μεγάλη Κρίση Του, ἀφοῦ ὁ ἴδιος τό εἶπε. Ἀλλά εἶναι δυνατόν ποτέ η κρίση τοῦ Θεοῦ νά γίνει χωρίς τήν ἀγάπη Του; Ἀδύνατον!
Κι ὅλοι θά μποῦν στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν; Καί οἱ καλοί καί οἱ κακοί; Καί οἱ ἀγαθοεργοί καί οἱ ἐλεήμονες καί οἱ γενναιόδωροι; Καί οἱ ἄπληστοι καί οἱ τσιγγούνηδες καί οἱ λαίμαργοι; Καί οἱ ἐκμεταλλευτές κι οἱ σκληροί τῃ καρδίᾳ καί οἱ ἐγκληματίες καί ὅλοι οἱ ἀμετανόητοι; Ὄχι βέβαια, ἐκεῖ, στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν δέν εἶναι δυνατόν, -ἀφοῦ τό εἶπε ὁ Κύριος-, νά μήν ὑπάρξει δικαιοσύνη και ἀγάπη.
Δοξασμένο τό ὄνομα τοῦ Κυρίου. - ΑΜΗΝ –.

Μετάφραση ἀπό τα ρωσικά Λ. Βορογκιέβιτς

Τι πρέπει να έχουμε κατά νου πριν παντρευτούμε; Πως επιλέγουμε και πως πρέπει να σκεφτόμαστε; Τι πρέπει να προσέχουμε;

...Η εκλογή του συντρόφου της ζωής είναι μία υπόθεσις η οποία, όταν έλθωμε σε κατάλληλη ηλικία, δεν πρέπει να αναβάλλεται. Οπωσδήποτε ο άνθρωπος δεν πρέπει να βιάζεται, διότι «γρήγορος γάμος, γρήγορη απελπισία», αλλά ούτε και να αναβάλλη την υπόθεσι αυτή της ζωής του. Δεν πρέπει να καθυστερή, διότι η καθυστέρησις είναι θανάσιμος κίνδυνος για την ψυχή του. Κατά κανόνα ο κανονικός ρυθμός της πνευματικής ζωής του ανθρώπου αρχίζει με τον γάμο. Ο ανύπανδρος άνθρωπος είναι σαν να ζη στον διάδρομο• δεν έχει προχωρήσει ακόμη στα δωμάτια. Οι γονείς ας ενδιαφέρωνται να έχη το παιδί κοινωνική συμπεριφορά, αλλά και να προσεύχεται, ώστε η ευλογημένη εκείνη ώρα να έρθη ως δώρο που θα στείλη ο Θεός. Φυσικά, όταν φθάση στην εκλογή του συζύγου, θα λάβη υπ' όψιν του και την γνώμη των γονέων του. Πόσες φορές εσείς που είσθε γονείς δεν νοιώσατε μαχαιριές να τρυπούν την καρδιά σας, όταν τα παιδιά σας δεν σας ρώτησαν για εκείνον που θα τα συντρόφευε στην ζωή τους. Η μητρική καρδιά είναι ευαίσθητη και δεν αντέχει τέτοιο πλήγωμα. Το παιδί πρέπει να ρωτήση τους γονείς, διότι έχουν μίαν ιδιαίτερη διαίσθησι να αντιλαμβάνωνται τα πράγματα που τους αφορούν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο πατέρας και η μητέρα θα πιέζουν το παιδί τους. Ας το αφήσουν να κάνη τελικώς ελεύθερα την εκλογή του. Αν εξαναγκάσης το παιδί σου στο θέμα του γάμου του, θα θεώρηση εσένα υπεύθυνο, εάν τα πράγματα δεν πάνε καλά. Με την πίεσι δεν βγαίνει ποτέ καλό. Θα το βοηθήσης, αλλά θα το αφήσης να διαλέξη εκείνον που θα προτιμήση ή εκείνον προς τον οποίον θα νοιώση αγάπη• αγάπη, όχι λύπη ή οίκτο. Αν το παιδί σου μετά από μία γνωριμία σου λέγη, τον λυπάμαι τον κακόμοιρο, θα τον παντρευθώ, τότε να ξέρετε ότι είμαστε στα πρόθυρα ενός αποτυχημένου γάμου. Μόνον ο άνθρωπος, τον οποίον θα προτιμήση ή θα αγαπήση, μπορεί να σταθή στο πλευρό του παιδιού μας. θα πρέπει και οι δύο, ο άνδρας και η γυναίκα, να θέλουν τον γάμο τους, να ελκύεται ο ένας από τον άλλον, να θέλουν να ζήσουν μαζί αληθινά, εσωτερικά, αβίαστα. Στο θέμα αυτό δεν είναι δυνατόν να πιέζωμε τα παιδιά μας. Μερικές φορές, από την αγάπη μας, νομίζομε ότι είναι κτήματά μας, ότι είναι περιουσία μας και ότι μπορούμε να τα κάνωμε ό,τι θέλομε. Έτσι το παιδί μας γίνεται ένα πλάσμα ανίκανο να ζήση στην ζωή είτε ως άγαμο είτε ως έ'γγαμο.Οπωσδήποτε θα προηγηθή του γάμου η γνωριμία που είναι ένα τόσο λεπτό ζήτημα, και όμως το ξεχνάμε. Η γνωριμία δεν θα πρέπει ποτέ να μας επαναπαύη, εάν δεν είμεθα βέβαιοι πως είναι αντικειμενική. Η αγάπη δεν τυφλώνει τον άνθρωπο. Η αγάπη του ανοίγει τα μάτια, για να βλέπη τον άλλον όπως είναι, με τα ελαττώματά του. «Παπούτσι από τον τόπο σου και ας είναι μπαλωμένο», λέει ο λαός. Δηλαδή πάρε άνθρωπο που τον γνώρισες. Και η γνωριμία πρέπει να είναι πάντοτε συνδεδεμένη με την μνηστεία, δηλαδή τον αρραβώνα που είναι ένα εξ ίσου δύσκολο θέμα.Όταν πρότεινα σε μία κοπέλλα να σκεφθή σοβαρά εάν έπρεπε να συνέχιση τον αρραβώνα της, μου απήντησε: Εάν διακόψω, θα με σφάξη η μητέρα μου. Αλλά αραββώνας δεν υπάρχει, όταν δεν υπάρχη η δυνατότης να διαλυθή. Αρραβωνιάζομαι δεν σημαίνει ότι οπωσδήποτε θα παντρευθώ. Σημαίνει ότι δοκιμάζω εάν πρέπει να παντρευθώ τον άνθρωπο που αρραβωνιάζομαι. Αν μια κοπέλλα δεν είναι σε θέσι να διαλύση τον αρραβώνα της, δεν πρέπει να αρραβωνιασθή• ή καλύτερα, ας μην προχώρηση στον γάμο. Στο στάδιο του αρραβώνος πρέπει να είμεθα πολύ προσεκτικοί, διότι έτσι θα έχωμε πολύ λιγώτερες συγκρούσεις και δυστυχίες μετά τον γάμο. Ακόμη, στο διάστημα της γνωριμίας, όπως λέγει κάποιος, να κρατάς την καρδιά σου μέσα και στα δυο σου χέρια σαν να έχης μία αρκούδα. Γιατί ξεύρετε πόσο επικίνδυνη είναι η καρδιά, η οποία μπορεί αντί να σε οδηγήση στον γάμο, να σε οδήγηση στην αμαρτία. Υπάρχει ενδεχόμενο ο άνθρωπος, τον οποίον διάλεξες, να σε βλέπη σαν παιχνίδι ή σαν οδοντόβουρτσα για δοκιμή. Και μετά εσύ θα υπομένης την θλίψι και το κλάμα. Θα είναι πλέον πολύ αργά, διότι ο άγγελός σου θα έχη αποδειχθή ότι ήταν φτιαγμένος από λάσπη.
- Μη διάλεξης άνθρωπο που σπαταλά τις ώρες του στις λέσχες, στις διασκεδάσεις, στα ταξίδια και στις πολυτέλειες.
- Ούτε αυτόν που θα ανακάλυψης ότι κάτω από